Κυπριακή Δημοκρατία

Τελευταίες Εξελίξεις


Η Κυπριακή Δημοκρατία συμπληρώνει φέτος 56 χρόνια ζωής. Για 42 χρόνια τώρα, τμήμα της Κύπρου παραμένει υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής το 1974. Οι συνέπειες της εισβολής, ήτοι η στρατιωτική κατοχή και η δια της βίας διαίρεση του νησιού, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο μαζικός εποικισμός των υπό κατοχή περιοχών, η υφαρπαγή περιουσιών, η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς και ο εθνικός διαχωρισμός συνεχίζονται μέχρι σήμερα.


Μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και από το 2004 μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κύπρος παραμένει θύμα κατάφωρης διεθνούς επιδρομής από πλευράς της Τουρκίας, η ίδια μέλος του ΟΗΕ και υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ. Η κατάσταση στην Κύπρο αποτελεί προσβολή του διεθνούς δικαίου και συνεχή απειλή για τη σταθερότητα στην περιοχή.

Προσπάθειες για εξεύρεση λύσης

Διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού διεξάγονται από το 1975 υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στη βάση των ψηφισμάτων του Σ.Α. καθώς και των δύο Συμφωνιών Υψηλού Επιπέδου. Η Συμφωνία του 1977 μεταξύ του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντεκτάς, έθετε τις κατευθυντήριες γραμμές για τις μετέπειτα διαπραγματεύσεις. Στόχος ήταν η εγκαθίδρυση ανεξάρτητης, διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με μια κεντρική κυβέρνηση και με τέτοιες εξουσίες ώστε να διασφαλίζεται η ενότητα της χώρας. Η Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου του 1979 μεταξύ του Προέδρου Σπύρου Κυπριανού και του Ραούφ Ντεκτάς συμπεριέλαβε επίσης στις πρόνοιες της τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών, την αποστρατιωτικοποίηση καθώς και ικανοποιητικές εγγυήσεις της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας. Προέβλεπε ακόμη να δοθεί προτεραιότητα στο θέμα της επιστροφής της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της.

Η τουρκική αδιαλλαξία υπονόμευσε την ειρηνευτική διαδικασία των Ηνωμένων Εθνών και εμπόδισε την επίτευξη προόδου. Στην έκθεση του προς το Σ.Α. στις 30.5.1994, μετά από το ναυάγιο ενός ακόμη γύρου συνομιλιών στη Λευκωσία μεταξύ Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1994, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ αναφέρει: «Αυτή τη στιγμή το Σ.Α. έχει μπροστά του ένα γνωστό σενάριο: την απουσία συμφωνίας η οποία οφείλεται ουσιαστικά στην έλλειψη πολιτικής βούλησης από την τουρκοκυπριακή πλευρά».

Το Δεκέμβριο του 1999, τα Ηνωμένα Έθνη εγκαινίασαν νέα προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού προβλήματος με «εκ του σύνεγγυς συνομιλίες» στη βάση των ψηφισμάτων των ΗΕ. Μέχρι το Νοέμβριο 2000 πραγματοποιήθηκαν πέντε γύροι συνομιλιών κατά τις οποίες συζητήθηκαν το εδαφικό, η ασφάλεια, οι περιουσίες και η κατανομή των εξουσιών. Ωστόσο, ούτε σε αυτές τις συνομιλίες σημειώθηκε πρόοδος λόγω της εμμονής του Τουρκοκύπριου ηγέτη σε αναγνώριση του παράνομου καθεστώτος των κατεχομένων ως ξεχωριστό, κυρίαρχο «κράτος».

Μετά από διακοπή ενός έτους, άρχισαν στις 16 Ιανουαρίου 2002 «απευθείας» συνομιλίες μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκου Κληρίδη και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, χωρίς όμως να σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος. Σε μια προσπάθεια ανακίνησης της διαδικασίας, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν παρουσίασε στις δύο πλευρές, στις 16 Νοεμβρίου 2002, λεπτομερές σχέδιο για συνολική διευθέτηση. Το σχέδιο υποβλήθηκε σε αναθεωρημένη μορφή το Δεκέμβριο 2002 και το Φεβρουάριο 2003.

Στις 10 Μαρτίου 2003, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών κάλεσε το νέο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη σε συνομιλίες στη Χάγη κατά τις οποίες τους ζητήθηκε να εξετάσουν επίσης το ενδεχόμενο να θέσουν το σχέδιο σε χωριστά δημοψηφίσματα. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος συμφώνησε με την προϋπόθεση ότι το σχέδιο θα πρόσφερε το νομικό πλαίσιο που να διασφαλίζει λειτουργική και διαρκή λύση και ότι τα θέματα ασφάλειας θα έχουν επιλυθεί μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, με την υποστήριξη της Τουρκίας, απέρριψε το σχέδιο και αρνήθηκε να το θέσει σε δημοψήφισμα. Ως αποτέλεσμα, οι συνομιλίες ναυάγησαν.

Κάτω από το βάρος ευρείας κριτικής από τη διεθνή κοινότητα καθώς και της απογοήτευσης των Τουρκοκυπρίων, η τουρκοκυπριακή ηγεσία επιχείρησε να βελτιώσει το κλίμα. Στις 23 Απριλίου 2003 η τουρκική πλευρά ανακοίνωσε τη μερική άρση των παράνομων περιορισμών που επέβαλλε ο τουρκικός στρατός από το 1974, στη διακίνηση των Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων από και προς κατεχόμενες περιοχές.

Παρά το αδιέξοδο που ακολούθησε το ναυάγιο των συνομιλιών στη Χάγη, η ελληνοκυπριακή πλευρά εξακολούθησε να διατυπώνει την ετοιμότητα της να συμμετάσχει σε νέες συνομιλίες με βάση το σχέδιο του Γ.Γ., σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί λύση πριν την 1η Μαΐου 2004, ώστε να ενταχθεί στην ΕΕ μια επανενωμένη Κύπρος.

Το 2004 συμφωνήθηκε στη Νέα Υόρκη η επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών στη βάση του δεύτερου αναθεωρημένου Σχεδίου του Γενικού Γραμματέα, αποσκοπώντας σε συμφωνία για ένα τελικό κείμενο. Σε περίπτωση συνεχιζόμενου αδιεξόδου, ακόμα και μετά την ανάμιξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στη διαδικασία, ο Κόφι Ανάν, ασκώντας τη διακριτική εξουσία του, θα οριστικοποιούσε το κείμενο. Στη συνέχεια οι δύο κοινότητες θα αποφάσιζαν σε χωριστά, ταυτόχρονα δημοψηφίσματα.

Η προοπτική άσκησης επιδιαιτητικού ρόλου από το Γενικό Γραμματέα αποδείχτηκε αντιπαραγωγική. Δεν διεξήχθησαν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις ούτε στην Κύπρο ούτε και στο Μπούργκενστοκ της Ελβετίας, αφού η τουρκική πλευρά ανάλωσε το χρόνο υποβάλλοντας αιτήματα αντίθετα προς τις βασικές αρχές του σχεδίου και με όσα είχαν μέχρι τότε συμφωνηθεί (agreed trade offs). Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ κατέθεσε το τελικό κείμενο (Ανάν V) στις δύο πλευρές στις 31 Μαρτίου 2004. Στις 24 Απριλίου 2004 διενεργήθηκαν χωριστά δημοψηφίσματα στις δύο κοινότητες. Με ποσοστό 64.9% οι Τουρκοκύπριοι ενέκριναν το σχέδιο ενώ με καθαρή πλειοψηφία του 75,8% οι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν.

Το «όχι» των Ελληνοκυπρίων δεν ήταν απόρριψη της επανένωσης του νησιού η οποία παραμένει πρωταρχικός στόχος. Ήταν η έκφραση πραγματικών ανησυχιών για ένα σχέδιο με σοβαρά μειονεκτήματα. Οι ανησυχίες αφορούσαν κυρίως στο ότι το σχέδιο δεν προέβλεπε την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο ούτε καταργούσε το δικαίωμα ξένων δυνάμεων για μονομερή επέμβαση, δεν πρόσφερε επαρκείς εγγυήσεις για την υλοποίηση των δεσμεύσεων της κάθε πλευράς, δεν προέβλεπε την αποχώρηση Τούρκων εποίκων από την Κύπρο (αντίθετα νομιμοποιούσε το διεθνές αυτό έγκλημα καθώς και τη μόνιμη εισροή εποίκων από την Τουρκία), δεν διασφάλιζε τη λειτουργικότητα του κράτους χωρίς αδιέξοδα ή περιορισμούς στη ψήφο με βάση την εθνικότητα, δεν διασφάλιζε το δικαίωμα όλων των Κυπρίων να αποκτήσουν περιουσία και να ζήσουν στον τόπο της επιλογής τους χωρίς αριθμητικούς περιορισμούς, το σύστημα ανάκτησης περιουσίας δεν αναγνώριζε τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους το 1974, ενώ το σύστημα αποζημιώσεων προέβλεπε οι ίδιοι οι Ελληνοκύπριοι να χρηματοδοτήσουν την αποκατάσταση τους.

Η λύση στο Κυπριακό πρόβλημα πρέπει να είναι δημοκρατική , δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη. Πρέπει επίσης να είναι συμβατή με τους νόμους και τις αρχές της ΕΕ, τη Συνθήκη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η Κύπρος πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητο, ενιαίο κράτος με μια κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα. Επίσης η λύση δεν θα πρέπει να αναγνωρίζει επεμβατικά δικαιώματα σε οποιαδήποτε χώρα. Η Κύπρος δεν θα πρέπει να είναι όμηρος της Τουρκίας ή άλλων ξένων συμφερόντων.

Στη διάρκεια του 2005 πραγματοποιήθηκαν διάφορες επαφές και συναντήσεις διερευνητικού χαρακτήρα με αξιωματούχους των ΗΕ. Το αποκορύφωμα των προσπαθειών αυτών ήταν η συνάντηση στη Λευκωσία του Προέδρου Παπαδόπουλου με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Mehmet Ali Talat στις 8 Ιουλίου 2006 στην παρουσία του Βοηθού Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις Ibrahim Gambari. Κατά τη συνάντηση συμφωνήθηκε Δέσμη Αρχών με βάση την οποία να προετοιμαστεί το έδαφος για νέες συνομιλίες. Οι δύο ηγέτες δεσμεύτηκαν μεταξύ άλλων να εργαστούν για την επανένωση της Κύπρου στη βάση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και πολιτικής ισότητας όπως αυτή περιγράφεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ. Συμφώνησαν επίσης την άμεση έναρξη συζήτησης θεμάτων που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή του λαού.

Ωστόσο, οι συνεχείς προσπάθειες της τουρκικής πλευράς για πολιτική αναβάθμιση του ψευδοκράτους, η εμμονή στο μύθο της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων, καθώς και οι αδιάλλακτες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, δεν συνέβαλαν στις προσπάθειες υλοποίησης της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου, ούτε στην υλοποίηση της επιδίωξης μιας κοινώς αποδεκτής δίκαιης και λειτουργικής λύσης.

Με σκοπό την προώθηση της διαδικασίας, ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις Ibrahim Gambari υπέβαλε στους ηγέτες των δύο κοινοτήτων στις 15 Νοεμβρίου 2006, προτάσεις για την εφαρμογή της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου. Ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος εξέφρασε την ετοιμότητα του να συμβάλει εποικοδομητικά στη διαδικασία. Οι προτάσεις του κ. Gambari προέβλεπαν την άμεση έναρξη της διαδικασίας με ταυτόχρονες δικοινοτικές συνομιλίες σε θέματα καθημερινότητας και πάνω σε θέματα ουσίας καθώς και, ανάλογα με την πρόοδο, έναρξη συνολικών διαπραγματεύσεων. Προέβλεπε επίσης ότι όλα τα θέματα που θα παρουσιάζει η κάθε πλευρά θα αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης και ότι η διαδικασία εξαρτάται από τις δύο κοινότητες.

Παρουσιάστηκαν δυσκολίες κατά την προπαρασκευαστική περίοδο και η διαδικασία δεν προχώρησε αφού η τουρκοκυπριακή πλευρά αμφισβητούσε βασικά στοιχεία της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου. Προσπάθειες τόσο από την Κυπριακή Κυβέρνηση όσο και από τα Ηνωμένα Έθνη να ξεπεραστούν οι δυσκολίες επέβησαν άκαρπες. Σε μια νέα προσπάθεια να τεθεί η διαδικασία σε λειτουργία ώστε να καταστεί δυνατή η επανέναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων, ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, αμέσως μετά την εκλογή του στο αξίωμα το Φεβρουάριο 2008, επεδίωξε να συναντηθεί με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Κατά τη συνάντηση τους στις 21 Μαρτίου 2008, αποφασίστηκε να προχωρήσει η σύσταση ομάδων εργασίας και τεχνικών επιτροπών και να καταρτιστεί κατάλογος των θεμάτων προς εξέταση. Αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί νέα συνάντηση σε τρεις μήνες για να αξιολογηθεί η πρόοδος με στόχο να καταστεί δυνατή η έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων, υπό την αιγίδα του Γ.Γ. του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα αποφασίστηκε η διάνοιξη της οδού Λήδρας.

Σε δήλωση του στις 17 Απριλίου 2008, ο Πρόεδρος του Σ.Α. του ΟΗΕ χαιρέτησε τις εξελίξεις. Εξέφρασε επίσης την ελπίδα ότι θα υπάρξουν αποτελέσματα ώστε να προετοιμαστεί το έδαφος για συνομιλίες υπό την αιγίδα του Γ.Γ. του ΟΗΕ. Ο Πρόεδρος του Σ.Α. επαναβεβαίωσε επίσης, τη δέσμευση του Σ.Α. για την επανένωση της Κύπρου στη βάση της δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας και της πολιτικής ισότητας όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Σ.Α. Η δήλωση χαιρέτησε επίσης την ετοιμότητα του Γ.Γ. να υποβοηθήσει το έργο των πλευρών στην Κύπρο καθώς και την πρόθεση του να διορίσει, με την ολοκλήρωση της προπαρασκευαστικής περιόδου και ανάλογα με την πρόοδο, ειδικό σύμβουλο για διευκόλυνση των διεργασιών για συνολική διευθέτηση.

Η δίοδος στην οδό Λήδρας άνοιξε στις 3 Απριλίου, 2008 ενώ στις 18 Απριλίου άρχισαν να λειτουργούν έξι ομάδες εργασίας και επτά τεχνικές επιτροπές. Ελλείψει προόδου που να δικαιολογεί την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, με πρωτοβουλία του Προέδρου Χριστόφια οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν ξανά στις 23 Μαΐου, 2008, στην παρουσία του Ειδικού Αντιπροσώπου του ΟΗΕ στην Κύπρο Taye-Brook Zerihoun. Κατά τη συνάντηση επαναβεβαιώθηκε η δέσμευση για τη δημιουργία δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με μια κυριαρχία, μια διεθνή προσωπικότητα, μια υπηκοότητα και με πολιτική ισότητα, όπως αυτή περιγράφεται στα ψηφίσματα του Σ.Α. του ΟΗΕ. Συμφωνήθηκε επίσης να επιδιωχθεί η διάνοιξη και άλλων οδοφραγμάτων. Περαιτέρω, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να εξεταστούν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Σε νέα συνάντηση την 1 Ιουλίου 2008 οι δύο ηγέτες προέβησαν στην πρώτη ανασκόπηση του έργου των ομάδων εργασίας και των τεχνικών επιτροπών. Συζήτησαν επίσης τα θέματα της μιας κυριαρχίας και μιας υπηκοότητας για τα οποία συμφώνησαν, ως θέμα αρχής. Λεπτομέρειες εφαρμογής τους θα συζητηθούν κατά τις απευθείας συνομιλίες. Σε νέα συνάντηση στις 25 Ιουλίου 2008 αποφασίστηκε η έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων στις 3 Σεπτεμβρίου, 2008.

Στόχος της νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας ήταν η εξεύρεση μίας λύσης «από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους» στη βάση μίας συμφωνίας των δύο ηγετών που θα λάμβανε την έγκριση του λαού και η οποία θα διασφάλιζε όλα τα θεμελιώδη και νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Σε κοινές δηλώσεις τους, οι δύο ηγέτες επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους σε μία διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, ενώ συμφώνησαν για μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα της ομόσπονδης Κύπρου.

Εν τω μεταξύ, θέλοντας να τονίσει τη σημασία που αποδίδει ο ΟΗΕ στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών πραγματοποίησε τριήμερη επίσκεψη στην Κύπρο στις αρχές του 2010 για να εκφράσει την προσωπική του υποστήριξη στις συνομιλίες. Ο Γενικός Γραμματέας διάβασε και δήλωση εκ μέρους των ηγετών των δύο κοινοτήτων στην οποία τονιζόταν ότι εργάστηκαν στη βάση της ολοκληρωμένης συνολικής προσέγγισης ότι «τίποτα δεν συμφωνείται μέχρι να συμφωνηθούν τα πάντα».

Στις 26 Μαΐου 2010 πραγματοποιείται η πρώτη συνάντηση μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια και του νέου Τ/Κ ηγέτη κ. Ντερβίς Έρογλου, ο οποίος διαδέχθηκε στις 18 Απριλίου 2010 τον κ. Μεχμέτ Αλί Ταλάτ.

Μέχρι την 1η Ιουλίου 2012, οπότε η Κύπρος ανέλαβε την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, πραγματοποιήθηκαν πολλές συναντήσεις μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια και του νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη κ. Έρογλου, χωρίς όμως αποτέλεσμα λόγω της αδιάλλακτης στάσης της τουρκική πλευράς. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τόνισε με έμφαση ότι η κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ δεν αποτελεί εμπόδιο για συνέχιση των συνομιλιών και εξέφρασε την ετοιμότητά του για συνέχισή τους. Ωστόσο, η τουρκική πλευρά αρνήθηκε να προσέλθει στις συνομιλίες καθόλη τη διάρκεια της κυπριακής προεδρίας.

Στις 24 Φεβρουαρίου 2013, Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξελέγη ο κ. Νίκος Αναστασιάδης. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, ξεκίνησε μία νέα προσπάθεια σε επίπεδο διαπραγματευτών με σκοπό την προετοιμασία του εδάφους και την επανέναρξη νέων ουσιαστικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Στις 11 Φεβρουαρίου 2014, πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της νέας αυτής προσπάθειας, υπό την αιγίδα των Η.Ε., η πρώτη επίσημη συνάντηση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Ν. Αναστασιάδης και του Δρ. Ντ. Έρογλου, ηγέτη των Τουρκοκυπρίων. Κατά τη συνάντηση υιοθετήθηκε Κοινή Δήλωση των ηγετών των δύο κοινοτήτων, η οποία θέτει το πλαίσιο της νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας, επαναβεβαιώνει τις βασικές αρχές λύσης και αποσαφηνίζει τη μεθοδολογία που θα ακολουθηθεί.

Πιο συγκεκριμένα, η Κοινή Δήλωση επαναλαμβάνει ότι η διευθέτηση θα βασίζεται στη σύσταση μίας δικοινοτικής, διζωνικής, ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου και ότι η ενωμένη Κύπρος, ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έχει μία διεθνή νομική προσωπικότητα, μία κυριαρχία και μία ιθαγένεια. Η Κοινή Δήλωση υπογραμμίζει επίσης ότι η διευθέτηση του προβλήματος θα πρέπει να κατοχυρώνει πρωτίστως τον σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές και τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των πολιτών της Ομοσπονδίας, καθώς επίσης και την ομαλή και αποτελεσματική συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στις 27 Φεβρουαρίου 2014 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Ελληνοκύπριου Διαπραγματευτή, κ. Α. Μαυρογιάννη με τον Υφυπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας, Πρέσβη Φ. Σινιρίογλου, δημιουργώντας για πρώτη φορά ένα δίαυλο απευθείας επικοινωνίας με την Τουρκία.

Στις 27 Φεβρουαρίου, πραγματοποιήθηκε επίσης συνάντηση του Τουρκοκύπριου Διαπραγματευτή κ. Κ. Οζερσάι με τον Γενικό Γραμματέα του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, Πρέσβη κ. Α. Μητσιάλη.

Η υιοθέτηση της Κοινής Δήλωσης και η δρομολόγηση νέας διαδικασίας ουσιαστικών διαπραγματεύσεων με στόχο την επίλυση του κυπριακού, ανανέωσε το διεθνές ενδιαφέρον, δημιουργώντας μία νέα θετική δυναμική για επίλυση του προβλήματος. Η επανέναρξη των συνομιλιών χαιρετίστηκε τόσο από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και από μεγάλο αριθμό χωρών.

Η Kυπριακή Kυβέρνηση, στο πλαίσιο των προσπαθειών της για διατήρηση και ενίσχυση της δυναμικής αυτής, αποδίδει μεγάλη σημασία στην υλοποίηση μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) τα οποία μπορούν να προσδώσουν νέα ώθηση στη διαδικασία . Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης υπέβαλε ολοκληρωμένο πακέτο προτάσεων μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης για την Αμμόχωστο (Βαρώσια). Η υιοθέτηση του εν λόγω πακέτου αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά τις προσπάθειές μας (game–changer) με πολλαπλά οφέλη για όλους τους εμπλεκόμενους. Θα συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και θα δώσει πρόσθετη δυναμική στις διαπραγματεύσεις αποκαθιστώντας την ελπίδα και την εμπιστοσύνη του λαού της Κύπρου στην προοπτική για επίτευξη λύσης. Το πακέτο προτάσεων ΜΟΕ για την Αμμόχωστο έχει χαιρετιστεί από την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Δυστυχώς η Τουρκία κωλυσιεργεί να τοποθετηθεί με σαφήνεια επί της πρότασης.



Τελευταία Ενημέρωση στις: 08/09/2016 02:49:03 PM



No documents found