ΕκτύπωσηΕκτύπωση Κλείσιμο Κλείσιμο

Κυπριακή Δημοκρατία
Διεθνείς Οργανισμοί και το Κυπριακό Πρόβλημα


Το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Κυπριακό πρόβλημα


Η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 24 Μαΐου 1961, λίγο μετά την ανεξαρτησία της. Έκτοτε, η Κύπρος παραμένει ενεργό μέλος του Συμβουλίου και σε τέσσερεις περιπτώσεις έχει προεδρεύσει της Επιτροπής των Υπουργών. Η «Κατάσταση στην Κύπρο» βρίσκεται για πολλά χρόνια στην ημερήσια διάταξη όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και της Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το πιο σημαντικό είναι ότι, εντός του Συμβουλίου της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει ασχοληθεί με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής μεγάλου μέρους της Κυπριακής επικράτειας.



1. Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Κύπρος εναντίον Τουρκίας (Στρασβούργο, 10 Μαΐου 2001)

Η εισβολή της Τουρκίας το 1974 και η συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή του 36,2% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χιλιάδων κατοίκων της Κύπρου, τόσο Ελληνοκυπρίων όσο και Τουρκοκυπρίων. Κατά συνέπεια, η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας υπέβαλε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης τέσσερεις διακρατικές προσφυγές κατά της Τουρκίας, για τη συνεχιζόμενη εκ μέρους της καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο, το 1974, 1975, 1977 και 1994 αντίστοιχα.

Οι αποφάσεις και στις τέσσερεις προσφυγές της Κύπρου κατά της Τουρκίας απέδειξαν, κατά τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο, ότι η Τουρκία είναι ένοχη για πολυάριθμες παραβιάσεις βασικών άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά στην πιο πρόσφατη Αίτηση της Κυπριακής Κυβέρνησης (Αίτηση Αρ. 25781/94), μιας υπόθεσης η οποία απεδείχθη να έχει μεγάλη σημασία για το λαό της Κύπρου και τον αγώνα του για μια δίκαιη λύση του Κυπριακού προβλήματος. Αυτή η Αίτηση υπεβλήθη το Νοέμβριο 1994 και η πρώτη ακρόαση έγινε από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 28 Ιουνίου 1996. Μετά από μακρά νομική διαδικασία, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε, στις 10 Μαΐου 2001, για πρώτη φορά την ετυμηγορία του για τις γενικές νομικές επιπτώσεις της Τουρκικής εισβολής και συνεχιζόμενης στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο.

Σε αυτή την απόφαση ορόσημο, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η Τουρκία, η οποία «ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο σε ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Κύπρου», έχει ευθύνη για τη διασφάλιση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία καλύπτει η Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα που έχει επικυρώσει, και ότι οι παραβιάσεις τέτοιων δικαιωμάτων από τους στρατιώτες ή αξιωματούχους της και από την τοπική διοίκηση, καταλογίζονται στην ίδια.

Η Τουρκία έχει κατ’ εξακολούθηση παραβιάσει σημαντικό αριθμό άρθρων της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Βασικών Ελευθεριών, καθώς και άρθρα των πρόσθετων Πρωτοκόλλων της πιο πάνω Σύμβασης.


Από αυτό το μακρύ κατάλογο παραβιάσεων θα πρέπει να γίνει αναφορά στα ακόλουθα:

Α. Αγνοούμενοι

Η παράλειψη των Τουρκικών αρχών να προβούν σε αποτελεσματική διερεύνηση με σκοπό να διακριβώσουν την τύχη των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων που είχαν εξαφανιστεί υπό συνθήκες απειλητικές για τη ζωή τους, συνιστούσε συνεχιζόμενη παραβίαση της διαδικαστικής υποχρέωσης σύμφωνα με το Άρθρο 2 για προστασία του δικαιώματος ζωής.

Η παράλειψη αυτή των Τουρκικών αρχών, συνιστούσε επίσης συνεχιζόμενη παραβίαση του Άρθρου 5 της Σύμβασης σχετικά με οποιαδήποτε αγνοούμενα πρόσωπα που πιθανό να βρίσκονταν υπό κράτηση κατά το χρόνο της εξαφάνισής τους.

Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι «η σιωπή των αρχών … ενόψει των πραγματικών ανησυχιών των συγγενών των αγνοουμένων προσώπων φθάνει σε επίπεδα τόσο σοβαρά, ώστε να μη μπορεί παρά να κατηγοριοποιηθεί ως απάνθρωπη μεταχείριση εντός της έννοιας του Άρθρου 3».

Β. Εκτοπισμένοι, Κατοικίες και Περιουσίες

Η συνεχιζόμενη και πλήρης άρνηση για φυσική πρόσβαση των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων στις περιουσίες τους αποτελεί σαφή επέμβαση στο δικαίωμά τους για ειρηνική απόλαυση των υπαρχόντων τους εντός της έννοιας του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Ν.1.

Υπήρξε επίσης παραβίαση του Άρθρου 13 επειδή οι Ελληνοκύπριοι που δεν διέμεναν στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου δεν είχαν στη διάθεσή τους θεραπεία και δεν ήταν σε θέση να προσβάλουν την παρέμβαση στα περιουσιακά τους δικαιώματα και στο σεβασμό της κατοικίας τους.

Γ. Οι συνθήκες διαβίωσης των Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων στις κατεχόμενες περιοχές.

Τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τη μεταχείριση των λίγων Ελληνοκυπρίων και Μαρωνιτών που διαμένουν ακόμα στις κατεχόμενες περιοχές είναι μεταξύ των πιο σημαντικών. Το δικαίωμα του σεβασμού της οικογενειακής ζωής των Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων παρεμποδιζόταν σοβαρά από μέτρα που επέβαλε η αποσχιστική οντότητα για να περιορίσει την επανένωση οικογενειών, στερώντας τους την ευκαιρία για μια ομαλή οικογενειακή ζωή.

Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι οι επαφές και οι κινήσεις της Ελληνοκυπριακής κοινότητας βρίσκονταν υπό παρακολούθηση και ότι η παρακολούθηση αυτή επεκτεινόταν στην παρουσία κρατικών πρακτόρων στα σπίτια Ελληνοκυπρίων κατά τη διάρκεια κοινωνικών και άλλων επισκέψεων.

Το Δικαστήριο έλαβε υπό σημείωση την άποψη του Γενικού Γραμματέα ότι οι σοβαροί περιορισμοί στην άσκηση βασικών ελευθεριών είχαν ως αποτέλεσμα να διασφαλίζεται αμείλικτα ότι, με το πέρασμα του χρόνου, η κοινότητα της Καρπασίας θα έπαυε να υπάρχει, με ειδική αναφορά στην απαγόρευση για την κληροδότηση περιουσίας σε συγγενείς μη εγκλωβισμένους και την άρνηση του δικαιώματος επιστροφής των παιδιών που έφευγαν για να φοιτήσουν σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης.

Διαπιστώθηκε επίσης ότι η εγκλωβισμένη κοινότητα της Καρπασίας υποβάλλεται σε δυσμενή μεταχείριση. Συναφώς, το Δικαστήριο σημείωσε παραβίαση του Άρθρου 3 για ταπεινωτική μεταχείριση λόγω εθνικής, φυλετικής και θρησκευτικής προέλευσης. Το Δικαστήριο απεφάνθη επίσης ότι τα δικαιώματα θρησκευτικής ελευθερίας των Ελληνοκυπρίων της Καρπασίας σύμφωνα με το Άρθρο 9 παραβιάζονταν από περιορισμούς, που εμπόδιζαν την πραγματοποίηση Ελληνορθόδοξων θρησκευτικών τελετών κατά τρόπο ομαλό και τακτικό. Επιπρόσθετα, το Άρθρο 10 για την ελευθερία της έκφρασης έχει επίσης παραβιασθεί, όπως και το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1, λόγω του ότι δεν επιτρέπεται στους εγκλωβισμένους Ελληνοκύπριους να απολαμβάνουν ειρηνικά τα υπάρχοντά τους.

Μια ιδιαίτερα σοβαρή παραβίαση, που αφορά τον αντίκτυπο στην οικογενειακή ζωή, είναι η άρνηση σε κατάλληλες διευκολύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τους Ελληνοκύπριους εγκλωβισμένους.


2. Τιτίνα Λοιζίδου Vs Τουρκίας

Θα πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στην πολύ γνωστή υπόθεση της Τιτίνας Λοϊζίδου. Είναι μια υπόθεση η οποία παραμένει ανοικτή ενώπιον της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, περισσότερο από μια δεκαετία μετά την πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου, λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης της Τουρκίας να συμμορφωθεί με την ετυμηγορία του Δικαστηρίου.

Τον Ιούλιο 1998, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διέταξε την Τουρκία να καταβάλει, πριν από τις 28 Οκτωβρίου 1998, συγκεκριμένα ποσά ως αποζημίωση, καθώς και για δικαστικά και άλλα έξοδα. Η κυρία Λοϊζίδου είχε στερηθεί το δικαίωμα κατοχής και ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας της στην κατεχόμενη πόλη της Κερύνειας, από της Τουρκικής εισβολής στο βόρειο τμήμα της Κύπρου το 1974.

Στις 2 Δεκεμβρίου 2003, η Τουρκία εκτέλεσε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 28ης Ιουλίου 1998 στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου κατά Τουρκίας, πληρώνοντας στην κα Λοιζίδου τη δίκαιη ικανοποίηση που είχε επιδικάσει το Δικαστήριο. Η εκτέλεση της απόφασης έγινε μετά από πέντε χρόνια απόλυτης περιφρόνησης από μέρους της Τουρκίας προς τις αξίες και τις αρχές του Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Βασικών Ελευθεριών και μετά από την υιοθέτηση τεσσάρων Ενδιάμεσων Ψηφισμάτων που καταδίκαζαν την Τουρκία για την άρνησή της να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου.

Η καθυστερημένη συμμόρφωση της Τουρκίας με την απόφαση του 1998 στην υπόθεση Λοϊζίδου κατά Τουρκίας είναι ιστορικής σημασίας για την Κύπρο, καθώς αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα ότι η Τουρκία αποδέχεται την απόφαση του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα ότι η κα Λοϊζίδου, όπως και όλοι οι ιδιοκτήτες που έχουν στερηθεί τις περιουσίες τους, εξακολουθούν να είναι « … οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της γης…» και ότι η Τουρκία «στην πραγματικότητα ασκεί λεπτομερή έλεγχο σε εκείνο το τμήμα της νήσου». Με άλλα λόγια, με τη συμμόρφωσή της με την εν λόγω απόφαση, η Τουρκία αποδέχεται την ευθύνη της για τη συνεχιζόμενη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Ελληνοκυπρίων, που είναι αποτέλεσμα της εισβολής και κατοχής του 36,2% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εκτέλεση της απόφασης αποδεικνύει επίσης ότι η αποσχιστική οντότητα, που δημιουργήθηκε με τη βία των όπλων, είναι μια τοπική διοίκηση υποτελής στην Τουρκία.

Η εκτέλεση της απόφασης του ΕΔΑΔ του 1998 αντιπροσωπεύει, ωστόσο, μόνο τη χρηματική πτυχή της εν λόγω υπόθεσης, καθώς η Τουρκία πρέπει ακόμα να συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με τα ατομικά και γενικά μέτρα, τα οποία πρέπει να εφαρμόσει, ώστε να ικανοποιήσει το δικαίωμα της κας Λοϊζίδου να απολαμβάνει ειρηνικά την περιουσία της στην Κερύνεια.


3. Ξενίδη-Αρέστη εναντίον Τουρκίας

Η αρχική αίτηση υπεβλήθη στις 4/11/1998 για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του δικαιώματος της αιτήτριας για κατοχή και ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της στον κατεχόμενο Άγιο Μέμνωνα, από της τουρκικής εισβολής το 1974.

Το Δεκέμβριο του 2005, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διέταξε την Τουρκία να λάβει μέτρα ώστε να παρέχει αποτελεσματική θεραπεία μέσα σε περίοδο τριών μηνών, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και για όλες τις άλλες παρόμοιες περιπτώσεις που εκκρεμούσαν πριν από αυτή. Σύμφωνα με την απόφαση, τα μέτρα έπρεπε να ληφθούν μέσα σε τρεις μήνες και η θεραπεία να εφαρμοστεί όχι αργότερα από τρεις μήνες από την πιο πάνω περίοδο (σύνολο έξι μήνες).

Στις 7/12/2006, το Δικαστήριο διέταξε την Τουρκία να καταβάλει στην αιτήτρια, το συνολικό ποσό των 888.000 ευρώ ως αποζημίωση καθώς και για δικαστικά και άλλα έξοδα. Η Τουρκία αρνείται να εκτελέσει την απόφαση του δικαστηρίου και να καταβάλει στην αιτήτρια το επιδικασθέν ποσό.


4. Βαρνάβα και άλλοι εναντίον Τουρκίας

Η αρχική αίτηση υπεβλήθη στις 25/1/1990 από τους συγγενείς εννέα ελληνοκυπρίων οι οποίοι αγνοούνται από την τουρκική εισβολή το 1974. Στις 10/1/2008, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε την απόφασή του, με την οποία η Τουρκία βρέθηκε ένοχη για παραβίαση των δικαιωμάτων των εννέα Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων και των συγγενών τους. Υπάρχουν μαρτυρίες στην Κύπρο ότι ήταν ζωντανοί μετά τη σύλληψη τους από τον τουρκικό στρατό και στην Τουρκία όπου μεταφέρθηκαν ως αιχμάλωτοι πολέμου.

Το Δικαστήριο έκρινε την Τουρκία υπεύθυνη για παραβίαση των ακόλουθων άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων:

Του Άρθρου 2 για παράλειψη να προβεί σε αποτελεσματική διερεύνηση των συνθηκών κράτησης και της τύχης των εννέα αγνοουμένων οι οποίοι είχαν εξαφανιστεί υπό συνθήκες απειλητικές για τη ζωή τους.

Του Άρθρου 3 για απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση των συγγενών των εννέα αγνοουμένων στερώντας τους την πληροφόρηση για την τύχη των αγαπημένων τους.

Του Άρθρου 5 για παράληψη να προβεί σε αποτελεσματική διερεύνηση των συνθηκών κράτησης και της τύχης των εννέα αγνοουμένων (για τους οποίους υπάρχει το επιχείρημα ότι στερήθηκαν την ελευθερία και ασφάλεια τους κατά το χρόνο εξαφάνισης τους).


5. Το Κυπριακό Πρόβλημα και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης

Το Κυπριακό πρόβλημα και οι διάφορες πτυχές του, που προκύπτουν από την Τουρκική εισβολή και κατοχή, έχουν, σε πολλές περιπτώσεις, εμφανισθεί στην ημερήσια διάταξη των Επιτροπών της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Από αυτή την άποψη, η Συνέλευση έχει παρακολουθήσει στενά την κατάσταση στην Κύπρο και εκδώσει συστάσεις και ψηφίσματα σχετικά με το Κυπριακό πρόβλημα, προς υποστήριξη της επίτευξης μιας δίκαιης και μόνιμης λύσης στη βάση των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Στο Ψήφισμα της 1267 (2002), η Συνέλευση «Χαιρετίζει το γεγονός ότι οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων έχουν αποδεχτεί πρόσκληση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για συμμετοχή, χωρίς προϋποθέσεις, στην επανέναρξη συνομιλιών υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών για την επίτευξη μιας συνολικής διευθέτησης στη βάση των Ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών».

Οι αντιπρόσωποι της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας συμμετέχουν στις εργασίες της Συνέλευσης, σύμφωνα με το Ψήφισμα 1113 (1997). Στο ψήφισμα αναφέρεται ότι «η Συνέλευση δίνει οδηγίες στις ενδιαφερόμενες επιτροπές της, να προσκαλούν αντιπροσώπους των πολιτικών δυνάμεων της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας να την εκπροσωπούν όταν συζητείται η κατάσταση στην Κύπρο.» Στο ίδιο Ψήφισμα, « η Συνέλευση καλεί τους αντιπροσώπους των πολιτικών δυνάμεων και των δύο κοινοτήτων να αρχίσουν να συζητούν πιθανούς τρόπους για να διασφαλίσουν τη σωστή εκπροσώπηση ολόκληρου του λαού της Κύπρου στη Συνέλευση, σύμφωνα με τα Άρθρα 25 και 26 του Καταστατικού και των Κανόνων 6 και 40 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Συνέλευσης και δίνει οδηγίες στην Επιτροπή Πολιτικών Υποθέσεων να παραμείνει στη διάθεση των μερών για τη διευκόλυνση τέτοιων συζητήσεων».

Πρόσφατα το Φεβρουάριο 2002, Επιτροπές της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης έχουν ασχοληθεί με συγκεκριμένες πτυχές του Κυπριακού προβλήματος. Για παράδειγμα, η Επιτροπή Μετανάστευσης, Προσφύγων και Δημογραφίας διόρισε τον κ. Τζαάκο Λάακσο ως Εισηγητή του θέματος «Ο Εποικισμός στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου από Τούρκους εποίκους».


Απρίλιος, 2008



Σχετικά Αρχεία..

_______________________________________________
Πνευματικά Δικαιώματα © Κυπριακή Δημοκρατία 2016 - 2019
Υπουργείο Εξωτερικών
Σχεδιασμός και Ανάπτυξη: Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής