English|Italiano
Έμβλημα Κυπριακής ΔημοκρατίαςΠρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη ΡώμηΛογότυπο Υπουργείου Εξωτερικών

Αρχική Σελίδα | Συνήθεις Ερωτήσεις | Χάρτης Πλοήγησης | Συνδέσεις | Επικοινωνία
Αναζήτηση:  
Αναζήτηση
Ειδική Αναζήτηση            

Κυπριακό Πρόβλημα


English Italiano
ΕκτύπωσηΕκτύπωση



    Τον Ιούλιο του 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου. Τις τραγικές συνέπειες της στρατιωτικής εισβολής και την επακόλουθη κατοχή σχεδόν του 40% του κυρίαρχου εδάφους της Δημοκρατίας βιώνει ακόμα και σήμερα ο λαός της Κύπρου, του νέου αυτού κράτους μέλους της ΕΕ. Η στρατιωτική επιθετικότητα της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου συνεχίζεται αμείωτη πάνω από τρεις δεκαετίες. Από το 1974, που η τουρκική εισβολή δημιούργησε το σημερινό status quo στο νησί, έχει επιβληθεί η στρατιωτική κατοχή, η διά της βίας διαίρεση, ο εκτοπισμός του πληθυσμού, ο εθνικός διαχωρισμός, η μαζική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο εποικισμός, η πολιτιστική καταστροφή και η υφαρπαγή των περιουσιών. Σήμερα η Τουρκία, η οποία φιλοδοξεί να καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραμένει ακόμα ένοχη για επιθετικότητα σε διεθνές επίπεδο εναντίον ενός κράτους μέλους της Ένωσης. Το status quo της ξένης στρατιωτικής κατοχής και της διά της βίας διαίρεσης ενός ανεξάρτητου, κυρίαρχου κράτους είναι ασφαλώς απαράδεκτο και πρέπει να αποκατασταθεί από τη διεθνή κοινότητα.


    ΕΙΣΑΓΩΓΗ


    Η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη Δημοκρατία στις 16 Αυγούστου του 1960. Δυστυχώς, από την εισβολή και τη συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή της Τουρκίας, το 1974, η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει διά της βίας διαιρεμένη. Οι ολέθριες συνέπειες αυτής της εισβολής, της κατοχής και της διά της βίας διαίρεσης είναι οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο μαζικός εποικισμός των υπό κατοχή περιοχών, η υφαρπαγή περιουσιών, η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς και ο εθνικός διαχωρισμός.


    Το 2006, περισσότερο από τριάντα χρόνια μετά, το "Κυπριακό Ζήτημα" ή "Κυπριακό Πρόβλημα", όπως συνήθως αναφέρεται, παραμένει άλυτο, παραμένει μία προσβολή για τη διεθνή έννομη τάξη και μία απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα. Οι ενέργειες της Τουρκίας έχουν καταδικαστεί με ομόφωνα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων και με αποφάσεις άλλων μεγάλων διεθνών και περιφερειακών οργανισμών. Δυστυχώς, τα περισσότερα από αυτά τα ψηφίσματα παραμένουν ανεφάρμοστα, υπονομεύοντας έτσι την αξιοπιστία των διεθνών θεσμών και της διεθνούς έννομης και πολιτικής τάξης. Ως αποτέλεσμα, η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η μόνη χώρα της Ευρώπης διά της βίας διαιρεμένη και υπό κατοχή. Επιβάλλεται όπως επανορθωθεί η δυσάρεστη κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα μια μικρή και αδύνατη χώρα, όπως είναι η Κύπρος.


    Την 1η Μαΐου του 2004, η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς όμως να επιτύχει τον πολυπόθητο στόχο της ένταξης της ως μια ενωμένη χώρα. Η Κυβέρνηση και ο λαός της Κύπρου, όμως, παραμένουν προσηλωμένοι σε μια βιώσιμη διευθέτηση που θα επιτρέψει την πραγματική, ειρηνική και ασφαλή επανένωση της χώρας τους σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Μόνο τότε θα μπορέσουν όλοι οι Κύπριοι να επωφεληθούν από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.


    Προσφωνώντας την 60ή σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (18 Σεπτεμβρίου 2005), ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος εξήγησε ότι στις 24 Απριλίου 2004 οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το προτεινόμενο από τα Ηνωμένα Έθνη σχέδιο για επίλυση του Κυπριακού, διότι "δεν διασφάλιζε ούτε μπορούσε να επιφέρει την επανένωση της χώρας, της κοινωνίας, της οικονομίας και των θεσμών...". Ο Πρόεδρος, επίσης, εξέφρασε τη δέσμευση της Κυβέρνησής του στην αποστολή των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα για το Κυπριακό και υποστήριξε μια συνεχή ειρηνική διαδικασία, η οποία:
      • Να διευκολύνει τη διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων, χωρίς επιδιαιτησία
      • Να έχει την ενεργό συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διαπραγματευτική διαδικασία
      • Να θέτει σε δημοψήφισμα μόνο μια συμφωνημένη διευθέτηση την οποία να προσυπογράφουν οι ηγεσίες και των δύο κοινοτήτων
      • Να επιτρέπει τη συνέχιση της διαπραγματευτικής διαδικασίας ώστε να καρποφορήσει χωρίς χρονοδιαγράμματα που να υπαγορεύονται από εξωγενείς
      • παράγοντες
      • Να υποστηρίζει μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων που να ικανοποιεί τις ανησυχίες και τις προσδοκίες του κυπριακού λαού και όχι τα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων στο νησί
      • Να επιτύχει μια διευθέτηση που να συνάδει με την ιδέα ενός επανενωμένου κράτους, χωρίς αφύσικα μεγάλες μεταβατικές περιόδους για την εφαρμογή της
      • Να δημιουργεί μία λειτουργική Δημοκρατία, η οποία δεν θα χρειάζεται εξαιρετικά επίπονες προσπάθειες για τη βασική διακυβέρνησή της.

    Επιπλέον, ο Πρόεδρος εξέφρασε την ελπίδα ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ θα ½άλλαζε ριζικά τη νοοτροπία της╗ και έτσι, ipso jure "θα απάλλασσε το κυπριακό πρόβλημα από μερικά ιδιαίτερα δύσκολα συστατικά στοιχεία και θα διευκόλυνε την επίλυσή του". Τέλος, ο Πρόεδρος επανέλαβε την προσήλωσή του σε μια διζωνική, δικοινοτική ομόσπονδη Κύπρο σύμφωνα με τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και 1979 μεταξύ των δύο κοινοτήτων της Κύπρου, με τα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, το κοινοτικό κεκτημένο* και το διεθνές δίκαιο.


    *Όλοι οι κανόνες, νόμοι, κανονισμοί, αποφάσεις, γνωμοδοτήσεις και συνθήκες της ΕΕ


    ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ


    Θέματα υπό συζήτηση, 1974-2005


    Το κυπριακό πρόβλημα παραμένει ένα πρόβλημα στρατιωτικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής κατά παράβαση των σχετικών ομόφωνων ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Οι διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα μετά τις 16 Ιανουαρίου 2002, στόχευαν σε μια συνολική λύση για την επανένωση της Κύπρου. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας η κυπριακή Κυβέρνηση και η ελληνοκυπριακή ηγεσία επεδίωξαν μια λύση που να αντανακλά τα δημοκρατικά πρότυπα, τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ, το διεθνές δίκαιο, το ευρωπαϊκό δίκαιο και σχετικές δικαστικές αποφάσεις. Ειδικά θέματα υπό συζήτηση περιλαμβάνουν:
      • Την εφαρμογή των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ και των συμφωνιών υψηλού επιπέδου που ζητούν μία διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία
      • Μία νέα φόρμουλα κατανομής εξουσιών κάτω από μία ομόσπονδη κυβέρνηση με επαρκείς εξουσίες για αποτελεσματική διακυβέρνηση, για διασφάλιση της ενότητας της Δημοκρατίας και για αντιμετώπιση των διεθνών και ευρωπαϊκών υποχρεώσεων
      • Μία Δημοκρατία με μία κυριαρχία και διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια
      • Διασφαλίσεις για την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας και τον αποκλεισμό, εξ ολοκλήρου ή τμηματικά, της ένωσής της με άλλη χώρα, της διχοτόμησης ή της απόσχισής της
      • Την πολιτική ισότητα μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας, όπως αυτή καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας
      • Καμία ξένη ανάμιξη και κανένα μονομερές δικαίωμα επέμβασης από άλλη χώρα
      • Την αποχώρηση των ξένων δυνάμεων σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ
      • Την επιστροφή των εκτοπισμένων και τη λειτουργία συστήματος περιουσιακών αποζημιώσεων σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και τις δικαστικές αποφάσεις
      • Το δικαίωμα απόκτησης περιουσίας και διαμονής, χωρίς περιοριστικούς αριθμούς που να βασίζονται σε εθνικά και θρησκευτικά κριτήρια
      • Τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση
      • Τον επαναπατρισμό στην Τουρκία των παράνομων εποίκων εκτός από περιορισμένο αριθμό που αφορούν ανθρωπιστικές περιπτώσεις
      • Τη συμβατότητα οποιασδήποτε διευθέτησης με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ
      • Την πλήρη αποστρατιωτικοποίηση του κυπριακού κράτους.

    Διαπραγματεύσεις υπό την Αιγίδα του ΟΗΕ, 2002-2004


    Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί την πιο εντατική προσπάθεια, με την αποστολή των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, για μια συνολική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος. Όλες οι προηγούμενες προσπάθειες, ειδικά εκείνες του 1999-2000, έφθασαν σε αδιέξοδο λόγω της τουρκοκυπριακής αξίωσης, που υποστηριζόταν από την Τουρκία, για αναγνώριση του παράνομου "κράτους" τους στις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές της Δημοκρατίας.


    Οι απευθείας συνομιλίες μεταξύ του Προέδρου Γλαύκου Κληρίδη, εκ μέρους της ελληνοκυπριακής κοινότητας, και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, οι οποίες άρχισαν στις 16 Ιανουαρίου 2002 δεν πέτυχαν ουσιαστική πρόοδο. Ο Γενικός Γραμματέας Κόφι Ανάν, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει μία συμφωνία μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής της Κοπεγχάγης στις 12-13 Δεκεμβρίου, η οποία θα αποφάσιζε για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ μέσα στο 2004, παρουσίασε στις 11 Νοεμβρίου 2002 ένα λεπτομερές σχέδιο για συνολική διευθέτηση (Ανάν- Ι). Μετά από αντίδραση των μερών, το σχέδιο αναθεωρήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2002 (Ανάν- ΙΙ) και στις 26 Φεβρουαρίου 2003 (Ανάν- ΙΙΙ).


    Ο Γενικός Γραμματέας ζήτησε να συναντηθεί με τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων στη Χάγη στις 10 και 11 Μαΐου 2003 για να διαπιστώσει αν ήταν έτοιμοι να θέσουν τις τελευταίες του προτάσεις σε χωριστά και ταυτόχρονα δημοψηφίσματα. Ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος συμφώνησε, με την προϋπόθεση ότι θα προσφερόταν στον κυπριακό λαό για μελέτη ένα πλήρες πλαίσιο νομικής και πολιτικής διευθέτησης. η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν φθάσει σε συμφωνία πάνω σε ζωτικά θέματα ασφάλειας. Και υπήρχε αρκετός χρόνος για συζήτηση και εκστρατεία ενημέρωσης του κοινού πριν από το δημοψήφισμα. Η τουρκοκυπριακή πλευρά, με την ισχυρή υποστήριξη της Τουρκίας, απέρριψε την πρόταση του Γενικού Γραμματέα.
    Στις 14 Ιανουαρίου και στις 26 Φεβρουαρίου 2003 πραγματοποιήθηκαν στα κατεχόμενα μαζικές διαδηλώσεις εναντίον του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς και της υποστηρικτικής προς αυτόν πολιτικής της Άγκυρας. Η Κυπριακή Δημοκρατία, όπως αναμενόταν, υπέγραψε στις 16 Απριλίου 2003 τη Συνθήκη ένταξης στην ΕΕ.


    Στις 23 Απριλίου 2003, κάτω από την αυξανόμενη αντίδραση των Τουρκοκυπρίων και τη διεθνή πίεση που ακολούθησαν την τουρκική απόρριψη της πρότασης του Γενικού Γραμματέα (Ανάν-ΙΙΙ), η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή ηγεσία αναγκάστηκαν να άρουν μερικώς τους περιορισμούς στη διακίνηση των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων από και προς τα κατεχόμενα, τους οποίους είχαν επιβάλει από το 1974 κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός των ΗΕ. Από τότε χιλιάδες Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι διασχίζουν τακτικά τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός. Επιπρόσθετα, χιλιάδες Τουρκοκύπριοι τη διασχίζουν καθημερινά, άλλοι για να εργαστούν στις ελεύθερες περιοχές, άλλοι για να ζητήσουν διαβατήρια και άλλα έγγραφα που εκδίδουν οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλοι για να τύχουν δωρεάν ιατρικής περίθαλψης. Αυτές οι ειρηνικές διακινήσεις έχουν καταρρίψει το μύθο που καλλιέργησε για χρόνια η τουρκική προπαγάνδα ότι οι δύο κοινότητες δεν μπορούν να ζήσουν μαζί. Φυσικά, όμως, τα μέτρα αυτά δεν υποκαθιστούν μία συνολική λύση.


    Η Κυβέρνηση των ΗΠΑ έσπευσε να εκμεταλλευθεί την ετοιμότητα της ελληνοκυπριακής πλευράς να συμμετάσχει σε νέες διαπραγματεύσεις στη βάση του Ανάν-ΙΙΙ και της συναίνεσης που προέκυψε στις συναντήσεις με τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ουάσιγκτον, τον Ιανουάριο του 2004. Οι ΗΠΑ έπεισαν τότε τον Γενικό Γραμματέα Κόφι Ανάν να ζητήσει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στη Νέα Υόρκη.


    Στις 13 Φεβρουαρίου 2004, συμφωνήθηκε από τα μέρη να αρχίσουν στη Λευκωσία διαπραγματεύσεις με καλή πίστη για αλλαγές εντός των παραμέτρων του Ανάν-ΙΙΙ. Σε περίπτωση συνεχιζόμενου αδιεξόδου, ακόμα και μετά την ανάμιξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στη διαδικασία, ο Κόφι Ανάν, ασκώντας τη διακριτική εξουσία του, θα οριστικοποιούσε ένα κείμενο, το οποίο στη συνέχεια θα ετίθετο σε χωριστά, ταυτόχρονα δημοψηφίσματα στις δύο κοινότητες της Κύπρου.


    Αυτό αποτέλεσε μια σημαντική αλλαγή στην αποστολή των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα, όπως αυτές είχαν καθοριστεί από το 1964. Χωρίς την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο Γενικός Γραμματέας ανέλαβε την εξουσία της επιδιαιτησίας ως προϋπόθεση για το νέο γύρο συνομιλιών. Αποδεχόμενη αυτή τη φόρμουλα, η ελληνοκυπριακή πλευρά θεώρησε ότι η Γραμματεία θα διατηρούσε την αντικειμενικότητα και την προσήλωσή της στις θεμελιώδεις αρχές των Ηνωμένων Εθνών. Η εκτίμηση αυτή απεδείχθη λανθασμένη. Από τις συνομιλίες στο Μπούργκενστοκ, στα τέλη Μαρτίου του 2004, η Γραμματεία ενήργησε μεροληπτικά στη διένεξη προωθώντας τις περισσότερες θέσεις της Τουρκίας στο κυπριακό πρόβλημα.


    Η αλλαγή στο ρόλο του Γενικού Γραμματέα, μαζί με τα εξαιρετικά στενά διαπραγματευτικά χρονοδιαγράμματα και την τουρκική αδιαλλαξία, συνέβαλαν στο να μην γίνουν σοβαρές διαπραγματεύσεις τόσο στη Λευκωσία όσο και στο Μπούργκεστοκ στην Ελβετία. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συναίνεση της Τουρκίας, όλες σχεδόν οι απαιτήσεις της ενσωματώθηκαν αυθαίρετα στα δύο σχέδια (Ανάν-ΙV και V) που παρουσίασε ο Γενικός Γραμματέας. Το Ανάν-V παρουσιάστηκε στις δύο πλευρές στις 31 Μαρτίου 2004. Η Τουρκία και τα Ηνωμένα Έθνη συμφώνησαν να παραχωρήσουν στην ΕΕ μόνο το καθεστώς του παρατηρητή κατά τις συνομιλίες, ενώ η ΕΕ δεσμεύτηκε να προσαρμόσει τις παρεκκλίσεις από το ευρωπαϊκό δίκαιο που περιλαμβάνονταν στο Ανάν-V. Το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα ήταν ένα εκτενές έγγραφο σχεδόν 10.000 σελίδων. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το περίπλοκο νομικό έγγραφο δεν ήταν διαθέσιμο στο σύνολό του στην ιστοσελίδα του ΟΗΕ παρά μόνο μερικές ώρες πριν το δημοψήφισμα. Οι Κύπριοι κλήθηκαν να ψηφίσουν πάνω σε αυτό το έγγραφο, στις 24 Απριλίου 2004, μόνο μερικές μέρες πριν την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ την 1η Μαΐου.


    Τα Δημοψηφίσματα της 24ης Απριλίου-Η Απόφαση του Λαού


    Μετά από έντονη δημόσια συζήτηση, οι Ελληνοκύπριοι ψηφοφόροι με ποσοστό 75,8% απέρριψαν συντριπτικά το Ανάν-V. Αντίθετα, το 64,9% των Τουρκοκύπριων ψηφοφόρων ενέκριναν το σχέδιο. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι έποικοι από την Τουρκία αποτέλεσαν ένα σημαντικό ποσοστό στην ψήφο της τουρκοκυπριακής κοινότητας.


    Το "όχι" των Ελληνοκυπρίων δεν ήταν μια ψήφος εναντίον της επανένωσης ή της συμφιλίωσης. Ήταν απόρριψη μίας διαδικασίας που οδήγησε σε ένα μονόπλευρο σχέδιο, το οποίο κρίθηκε ζημιογόνο για τα νόμιμα δικαιώματα της ελληνοκυπριακής κοινότητας και για την επιβίωση του ίδιου του κυπριακού κράτους. Ήταν η απόρριψη ενός σχεδίου που δεν διασφάλιζε τη γνήσια επανένωση της Κύπρου, του λαού της και της οικονομίας της. Η αρνητική αυτή ψήφος προήλθε από Ελληνοκύπριους όλων των ηλικιών, πολιτικών κομμάτων και φύλων.


    Είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς τη θετική τουρκοκυπριακή ψήφο:
      • Ήταν μια απόρριψη της τυραννικής πολιτικής του Ντενκτάς
      • Παρακινήθηκε από τα οικονομικά οφέλη που προέβλεπε η ένταξη στην ΕΕ και από την οικονομική υποστήριξη των Ελληνοκυπρίων
      • Το Ανάν-V διατηρούσε το παράνομο τουρκοκυπριακό "κράτος"
      • Όλοι σχεδόν οι έποικοι από την Τουρκία θα παρέμεναν στη συνιστώσα πολιτεία
      • Θα υπήρχε μόνιμη παρουσία στρατευμάτων από την Τουρκία στην Κύπρο
      • Η Τουρκία θα είχε το δικαίωμα επέμβασης στην Κύπρο.

    Πολλοί δικαιολογημένοι λόγοι εξηγούν την ελληνοκυπριακή αρνητική ψήφο, περιλαμβανομένων των ακόλουθων:
      • Τα αυστηρά διαπραγματευτικά χρονοδιαγράμματα, η έλλειψη πραγματικού χρόνου για συζήτηση ενός εξαιρετικά πολύπλοκου νομικού εγγράφου, και οι απειλές που εκφράστηκαν ή υπαινίχθησαν από κάποιους συνομιλητές στην περίπτωση που οι Ελληνοκύπριοι δεν θα αποδέχονταν το σχέδιο του ΟΗΕ
      • Οι βασικές παρεκκλίσεις από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που στερούσαν όλους τους Κυπρίους από θεμελιώδη δικαιώματά τους, ενώ άλλοι Ευρωπαίοι πολίτες που διαμένουν στην Κύπρο θα απολάμβαναν όλων των δικαιωμάτων τους στα πλαίσια της Σύμβασης
      • Η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία θα διαλυόταν και θα αντικαθίστατο από μία χαλαρή συνομοσπονδία από δύο ευρέως αυτόνομα κράτη
      • Η λειτουργικότητα του νέου κράτους ήταν αμφίβολη λαμβανομένων υπόψη των προνοιών για την εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία, και της παρουσίας αυξημένων δικαιωμάτων βέτο εκ μέρους της μειοψηφίας. Μη κυπριακά τρίτα μέρη, που δεν είναι υπόλογα στον κυπριακό λαό, θα είχαν αποφασιστική ψήφο σε σημαντικούς τομείς πολιτικής
      • Η συνομοσπονδιακή μορφή του προτεινόμενου συντάγματος αντανακλάτο στην απουσία πρόνοιας για την ιεραρχία των νόμων. Αυτό περιέκλειε τον κίνδυνο των διενέξεων σε θέματα δικαιοδοσίας που θα καθιστούσαν πιο έντονο το διχαστικό χαρακτήρα του νέου προτεινόμενου πολιτεύματος
      • Η απουσία επαρκών εγγυήσεων που να διασφαλίζουν ότι οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν από τα μέρη και ιδιαίτερα από την Τουρκία θα ετηρούντο
      • Το οικονομικό κόστος της προτεινόμενης διευθέτησης (οικονομική σύγκλιση των δύο κοινοτήτων, ανοικοδόμηση, αποζημίωση περιουσιών, αποζημίωση εποίκων, νομισματική πολιτική) θα επιβάρυνε τα μέγιστα τους Ελληνοκύπριους. Η Τουρκία, που η στρατιωτική επιθετικότητά της διαίρεσε το νησί, ήταν απαλλαγμένη από κάθε οικονομική ευθύνη για τη δράση της στην Κύπρο
      • Θέματα ασφάλειας σε σχέση με τη σταδιακή μείωση και συνεχιζόμενη παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων με αυξημένα επεμβατικά δικαιώματα ακόμα και μετά την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Η "Ενωμένη" Κύπρος αποκλειόταν από την κοινή ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική και θα ήταν πλήρως αποστρατιωτικοποιημένη. Οι προτεινόμενες εγγυήσεις της Τουρκίας παραβίαζαν την υποχρέωση της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών και του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας όλων των κρατών
      • Θέματα ορισμού της ιθαγένειας και το γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι έποικοι θα παρέμεναν στην Κύπρο
      • Οι πρόνοιες του σχεδίου για τις περιουσίες παραβίαζαν βασικά δικαιώματα που υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παραγνώριζαν σημαντικές προηγούμενες αποφάσεις Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων
      • Το σχέδιο επέκτεινε τα δικαιώματα της Βρετανίας στις κυρίαρχες περιοχές των βάσεων και στα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας
      • Το σχέδιο διέγραφε την επικύρωση από την Κυπριακή Δημοκρατία της Συνθήκης του Μοντρέ του 1936 (η Κύπρος είναι μια μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη). Επίσης, παραχωρούσε στην Τουρκία σχεδόν δικαιώματα βέτο πάνω στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα της Κύπρου
      • Το σχέδιο παραβίαζε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση με την άρνηση του δικαιώματος στους Κυπρίους να αποκτήσουν περιουσία και να ζήσουν όπου επιλέξουν, όπως οι άλλοι Ευρωπαίοι πολίτες, χωρίς αριθμητικούς περιορισμούς που να βασίζονται στην εθνικότητα και τη θρησκεία.

    Τέλος, το σχέδιο απορρίφθηκε γιατί κρίθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των Κυπρίων ότι δεν ήταν το καλύτερο για το κοινό συμφέρον των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. "Ο μόνος πραγματικά ευεργετηθείς από αυτό το σχέδιο θα ήταν η Τουρκία", δήλωσε ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος μετά το δημοψήφισμα, εξηγώντας ότι "ενώ όλες οι απαιτήσεις της Τουρκίας υιοθετήθηκαν στο τελικό σχέδιο την τελευταία μέρα, βασικές ανησυχίες της ελληνoκυπριακής πλευράς αγνοήθηκαν. Όλοι οι εμπλεκόμενοι στις συνομιλίες ανυπομονούσαν να ικανοποιήσουν την Τουρκία και να διασφαλίσουν το 'ναι' της τουρκοκυπριακής κοινότητας, αγνοώντας το γεγονός ότι η κατά πολύ μεγαλύτερη αριθμητικά ελληνοκυπριακή κοινότητα έπρεπε επίσης να πεισθεί να ψηφίσει 'ναι' στο Σχέδιο. Έτσι, η διαδικασία αυτή απέτυχε να ικανοποιήσει τις δικαιολογημένες ανησυχίες, ανάγκες και συμφέροντα και των δύο πλευρών".



    Ποια τα Επόμενα Βήματα;


    Παρόλο που η τελευταία προσπάθεια του ΟΗΕ δεν έλυσε το κυπριακό πρόβλημα, το δημοψήφισμα δεν ήταν το τέλος του δρόμου. Όπως είπε και ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, "το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος πρέπει να δράσει ως καταλύτης για την επανένωση και όχι ως πρόσχημα για την περαιτέρω διαίρεση". Οι Ελληνοκύπριοι και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας είναι δεσμευμένοι να επιτύχουν μια λύση που να παρέχει ασφαλές μέλλον και ευημερία για όλους τους πολίτες και να διασφαλίζει το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών μέσα στην ΕΕ για όλους τους Κύπριους.


    Πολλοί στη διεθνή κοινότητα δεν γνώριζαν τις λεπτομερείς πρόνοιες του Ανάν-V και τις συνέπειές του για το μέλλον του κυπριακού κράτους και των πολιτών του. Γι’ αυτό το λόγο, δεν ήταν έκπληξη η απογοήτευση που εξέφρασαν για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Εκείνο που ήταν πραγματικά λυπηρό και απογοητευτικό ήταν ότι το Σχέδιο που τέθηκε ενώπιον του λαού δεν επέτρεπε και στις δύο κοινότητες να το εγκρίνουν. Ενώ άλλα μέρη ήθελαν απλώς ½μια λύση╗ ή ½κλείσιμο╗ του κυπριακού προβλήματος το γρηγορότερο δυνατό, οι Ελληνοκύπριοι επέμεναν πάντοτε στην επίτευξη μιας συνολικής, λειτουργικής και βιώσιμης λύσης που να μπορεί να αντέξει στο χρόνο. Μια λύση για να είναι βιώσιμη και να αντέχει στο χρόνο πρέπει να είναι δίκαιη και να αντικρίζεται ως τέτοια από το λαό, ο οποίος θα ζήσει μαζί της. Έτσι, καμιά λύση δεν μπορεί να πετύχει αν δεν ικανοποιεί τις δικαιολογημένες ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων που δεν τους επέτρεψαν να αποδεχθούν το σχέδιο που τέθηκε ενώπιόν τους στις 24 Απριλίου 2004. Το γεγονός ότι η Κύπρος είναι ένα μικρό και αδύνατο κράτος, κάνει ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη να απολαμβάνουν όλοι οι Κύπριοι τα θεμελιώδη δικαιώματα που απολαμβάνουν όλοι οι άλλοι πολίτες της ΕΕ σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, και να μην υπάρχουν διακρίσεις που να βασίζονται στην εθνότητα και τη θρησκεία.


    Το Μάιο του 2005, προσωπικός απεσταλμένος του Προέδρου της Δημοκρατίας συναντήθηκε με το Βοηθό Γενικό Γραμματέα για Πολιτικές Υποθέσεις των ΗΕ Σερ Κίεραν Πρέντεργκαστ, στη Νέα Υόρκη. Σε διάφορες συναντήσεις επανεξέτασαν τις απόψεις της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας τόσο πάνω στη διαδικασία όσο και στην ουσία οποιωνδήποτε μελλοντικών συνομιλιών στο πλαίσιο της αποστολής των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα. Μετά τις συναντήσεις αυτές, μεταξύ 30 Μαΐου και 7 Ιουνίου, ο κύριος Πρέντεργκαστ επισκέφθηκε την Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία για περαιτέρω διαβουλεύσεις. Ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας σε έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 22 Ιουνίου, υπέδειξε ότι θα ήταν "συνετό να προχωρήσουμε πολύ προσεκτικά" και ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ "σκοπεύει να προβληματιστεί για την αποστολή των καλών υπηρεσιών του κατά το προσεχές μέλλον". Ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε ακόμα κοινό έδαφος που να υποβοηθά την επανέναρξη ενός νέου γύρου διαπραγματεύσεων.


    Ο ίδιος ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος αντάλλαξε απόψεις με το Γενικό Γραμματέα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2005, στη Νέα Υόρκη, αναφορικά με την προετοιμασία μιας νέας προσπάθειας στο Κυπριακό από τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Γενικός Γραμματέας συναντήθηκε επίσης με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μεχμέτ Αλή Ταλάτ στις 31 Οκτωβρίου. Στην έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, στις 20 Νοεμβρίου 2005, ο Γενικός Γραμματέας σημείωσε ότι τόσο οι δύο ηγέτες όσο και άλλες χώρες τον παρότρυναν να εξετάσει το ενδεχόμενο σύγκλησης νέων συνομιλιών στο πλαίσιο της αποστολής των καλών του υπηρεσιών. Δήλωσε περαιτέρω ότι ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος "συμφώνησε ότι για να αρχίσει ο νέος γύρος των συνομιλιών πρέπει να προετοιμαστεί καλά". Επαναλαμβάνοντας την πεποίθησή του ότι "μόνο η επίτευξη μιας συνολικής διευθέτησης θα θέσει τέρμα στο κυπριακό πρόβλημα", ο Γενικός Γραμματέας κατέληξε ότι δεν ωρίμασε ο χρόνος για το διορισμό ατόμου που να απασχολείται πλήρως με την αποστολή των καλών του υπηρεσιών για την Κύπρο. Ενώ σημειώνει ότι οι συνθήκες γύρω από την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων "επιβάλλουν νέες διευκρινίσεις", ο Γενικός Γραμματέας αναφέρει ότι θα συνεχίσει να αξιολογεί την κατάσταση μέσω ad hoc αποστολών στην περιοχή ανώτερων αξιωματούχων από τη Γραμματεία και μέσω του επικεφαλής της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο.


    Στις 28 Φεβρουαρίου 2006, ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος συναντήθηκε στο Παρίσι με το Γενικό Γραμματέα "για να ανασκοπήσουν", σύμφωνα με το κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε μετά τη συνάντηση, "την κατάσταση στην Κύπρο και να εξετάσουν τους τρόπους για να προχωρήσει μπροστά η διαδικασία που οδηγεί στην επανένωση του νησιού".


    Το ανακοινωθέν ανέφερε, επίσης, ότι κατά τη συνάντηση οι κ.κ. Ανάν και Παπαδόπουλος επαναβεβαίωσαν προηγούμενη συμφωνία τους ότι "η επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας εντός του πλαισίου των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα θα πρέπει να γίνει στον κατάλληλο χρόνο και να είναι βασισμένη σε προσεκτική προετοιμασία", προσθέτοντας ότι: "Προς αυτό το σκοπό ο Γενικός Γραμματέας σημείωσε με ικανοποίηση ότι οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων έχουν συμφωνήσει ότι διακοινοτικές συνομιλίες επί διαφόρων θεμάτων, επί των οποίων χρειάζεται συμφωνία προς όφελος όλων των Κυπρίων, θα διεξαχθούν σε τεχνικό επίπεδο". Επιπλέον, ο Γενικός Γραμματέας και ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος εξέφρασαν "την κοινή τους ελπίδα ότι αυτές οι συνομιλίες θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων, ως επίσης και στην προετοιμασία, το συντομότερο δυνατό, της πλήρους επανέναρξης της διαπραγματευτικής διαδικασίας".


    Στο κοινό ανακοινωθέν σημειώνεται, επίσης, ότι ο Γενικός Γραμματέας και ο κ. Παπαδόπουλος συμφώνησαν ότι θα ήταν επωφελές για όλους τους ενδιαφερόμενους και ότι θα βελτίωνε τα μέγιστα την ατμόσφαιρα για περαιτέρω συνομιλίες, εάν μπορούσε να επιτευχθεί περαιτέρω πρόοδος στην απαγκίστρωση δυνάμεων και στην αποστρατιωτικοποίηση στο νησί, στην πλήρη αποναρκοθέτηση της Κύπρου και στο θέμα της Αμμοχώστου. Τέλος, το κοινό ανακοινωθέν αναφέρει: "Ο Γενικός Γραμματέας και ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος συμφώνησαν να συνεχίσουν τον εν εξελίξει διάλογο, με τον εκφρασμένο στόχο της επίσπευσης της αναζήτησης μιας συνολικής, δίκαιης και κοινά αποδεκτής λύσης στο κυπριακό πρόβλημα".


    Η τουρκοκυπριακή ηγεσία, με την υποστήριξη της Άγκυρας, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την τουρκοκυπριακή θετική ψήφο στο σχέδιο Ανάν-V για να επιτύχει την αναβάθμιση και την de facto αναγνώριση της λεγόμενης "ΤΔΒΚ". Προσπάθησε, επίσης, να χρησιμοποιήσει το ανθρωπιστικό επιχείρημα για τον τερματισμό "της οικονομικής απομόνωσης και ανισότητας" της τουρκοκυπριακής κοινότητας για να κερδίσει διεθνή υποστήριξη στις ενέργειές της. Σύμφωνα με προηγούμενες δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα, το Ανάν-V θα εφαρμοζόταν μόνο εάν και οι δύο πλευρές το ενέκριναν σε χωριστά και ταυτόχρονα δημοψηφίσματα. Οποιεσδήποτε κινήσεις οδηγούσαν σε de facto αναγνώριση των κατεχομένων περιοχών, θα υπονόμευαν τη σταθερότητα στην περιοχή και δεν θα οδηγούσαν σε επανένωση της Κύπρου.


    Η οικονομική ανισότητα των κατεχομένων περιοχών με τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου είναι μια πραγματικότητα, η οποία όμως δεν είναι το αποτέλεσμα ενεργειών που λήφθηκαν από την κυπριακή Κυβέρνηση ή την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (βλ. "Νομικές Αποφάσεις") επέβαλαν περιορισμούς σε εξαγωγές από τις κατεχόμενες περιοχές. Επιπλέον, η Τουρκία έφερε τους έποικους και το 1983 εισήγαγε την άνευ αξίας τουρκική λίρα στις κατεχόμενες περιοχές. ακόμα, η Τουρκία έφερε Τούρκους γραφειοκράτες για να διαχειριστούν την οικονομία των κατεχομένων περιοχών. Επίσης, οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες αρνήθηκαν τη βοήθεια της ΕΕ και την εφαρμογή κανονισμών για το εμπόριο στην προσπάθειά τους να κερδίσουν την de facto αναγνώριση του παράνομου καθεστώτος. Η πολιτική και οικονομική απομόνωση των Τουρκοκυπρίων είναι αποτέλεσμα της τουρκικής επιθετικότητας στην Κύπρο, η οποία κρατά διά της βίας τη χώρα και την οικονομία της διαιρεμένες. Είναι επίσης το αποτέλεσμα ασύνετης πολιτικής εκ μέρους των Τουρκοκύπριων ηγετών, οι οποίοι συστηματικά προωθούσαν τα συμφέροντα της Τουρκίας σε βάρος της δικής τους κοινότητας και της Κύπρου ως συνόλου.


    Με την υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στις 17 Δεκεμβρίου 2004, αποφάσισε να καλέσει την Τουρκία να αρχίσει ενταξιακές συνομιλίες με την ΕΕ στις 3 Οκτωβρίου 2005. Στις 29 Ιουλίου 2005, η Τουρκία υπέγραψε, όπως απαιτείτο, το Πρωτόκολλο της Τελωνειακής Ένωσης με όλα τα δέκα νέα μέλη της ΕΕ. Παρόλα αυτά η Τουρκία δήλωσε ότι η υπογραφή της δεν συνεπάγεται την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε και οποιαδήποτε αλλαγή στις σχέσεις της με το παράνομο καθεστώς στην κατεχόμενη Κύπρο, τη λεγόμενη "Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου" ("ΤΔΒΚ"). Επιπλέον, η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται την πρόσβαση αεροσκαφών και πλοίων της Κυπριακής Δημοκρατίας στα αεροδρόμια, τους αεροδιάδρομους και τα λιμάνια της. Αυτή η δυσάρεστη και αφύσικη κατάσταση, που ένα υποψήφιο για ένταξη στην ΕΕ κράτος αρνείται να αναγνωρίσει ένα μέλος της ΕΕ, το οποίο θα ψηφίσει για την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας, πρέπει να αποκατασταθεί. Οι υποχρεώσεις της Τουρκίας έναντι της Κύπρου έγιναν ξεκάθαρες στη Διακήρυξη της ΕΕ στις 21 Σεπτεμβρίου 2005 και επαναλήφθηκαν στο αναθεωρημένο έγγραφο για την εταιρική σχέση ΕΕ-Τουρκίας στις 13 Δεκεμβρίου 2005. Έτσι, η Άγκυρα πρέπει τώρα να υποβάλει σχέδιο δράσης που να σκιαγραφεί τους τρόπους με τους οποίους σκοπεύει να υλοποιήσει τις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων και αυτών έναντι της Κύπρου σε σχέση με το Πρωτόκολλο και την εξομάλυνση των σχέσεων.


    ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ


    Από την Ανεξαρτησία στην Τουρκική Εισβολή, 1960-1974


    Η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη Δημοκρατία στις 16 Αυγούστου 1960, ύστερα από συμφωνίες που έτυχαν διαπραγμάτευσης, την άνοιξη του 1959, στη Ζυρίχη και το Λονδίνο μεταξύ της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι συμφωνίες αυτές, οι οποίες τερμάτισαν 82 χρόνων βρετανική κυριαρχία μετά από τετραετή ελληνοκυπριακή εξέγερση και επανειλημμένες προσφυγές της Ελλάδας, εκ μέρους της Κύπρου, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στην πραγματικότητα επιβλήθηκαν στους Κύπριους. Παρόλο που οι ηγέτες τους υπέγραψαν αυτές τις συμφωνίες, δεν είχαν σημαντικό ρόλο στην επεξεργασία τους.


    Η ειρήνη και η κυριαρχία της Δημοκρατίας σύντομα υπονομεύθηκαν από το διχαστικό χαρακτήρα και τη δυσκαμψία βασικών συνταγματικών προνοιών και από τη ξένη ανάμιξη. Η λειτουργία μιας δημοκρατικής κυβέρνησης έγινε δύσκολη μετά από επανειλημμένα τουρκοκυπριακά βέτο σε θέματα προϋπολογισμού και φορολογίας. Κατά συνέπεια, το Νοέμβριο του 1963, ο Πρόεδρος Μακάριος πρότεινε για συζήτηση αριθμό συνταγματικών τροποποιήσεων με στόχο να βελτιώσει τη λειτουργικότητα της Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση της Τουρκίας απέρριψε κατηγορηματικά τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, το ίδιο έκανε στη συνέχεια και η τουρκοκυπριακή ηγεσία.


    Στις 21 Δεκεμβρίου 1963 ένα ασήμαντο περιστατικό χρησιμοποιήθηκε από Τουρκοκύπριους εξτρεμιστές για να υποκινήσει διακοινοτικές συγκρούσεις. Όπως είχε προσχεδιαστεί, οι συγκρούσεις αυτές οδήγησαν στην απόσυρση των Τουρκοκύπριων υπουργών από το Υπουργικό Συμβούλιο, καθώς και των Τουρκοκύπριων βουλευτών και δημοσίων υπαλλήλων από τα αντίστοιχα λειτουργήματά τους στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας.


    Μετά από απειλές της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου, η Κυβέρνηση οδήγησε το θέμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις αρχές της άνοιξης του 1964. Το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε ομόφωνα τα ψηφίσματα 186 στις 4 Μαρτίου 1964 και 187 στις 13 Μαρτίου 1964, που έκτοτε οι βασικές αρχές τους κατευθύνουν διεθνείς ενέργειες για την Κύπρο. Τα ψηφίσματα αυτά:
      • Καθόρισαν την αποστολή καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ με στόχο μια ειρηνική λύση στη βάση μιας συμφωνημένης διευθέτησης σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη των ΗΕ
      • Δημιούργησαν την ΟΥΝΦΙΚΥΠ, την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ στην Κύπρο
      • Επαναβεβαίωσαν την κυριαρχία και την οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας
      • Επαναβεβαίωσαν τη συνέχεια της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

    Παρά τις υποδείξεις του Συμβουλίου Ασφαλείας να σεβαστεί την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να αποφύγει την απειλή ή τη χρήση βίας εναντίον της, η αεροπορία της Τουρκίας βομβάρδισε κυπριακά χωριά τον Αύγουστο του 1964 και απείλησε να εισβάλει το 1964 και το 1967. Στις 26 Μαρτίου 1965, ο μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών Γκάλο Πλάζα εξέδωσε μια από τις πιο σημαντικές εκθέσεις που ετοιμάστηκαν ποτέ για την Κύπρο (S/6253). Η Έκθεση Πλάζα αμφισβήτησε τη λειτουργικότητα του ομοσπονδιακού συστήματος, που ζητήθηκε από την τουρκική πλευρά, λόγω των δυσκολιών και των δεινών που συνεπάγονταν οι μετακινήσεις των πληθυσμών. ήταν επικριτική για τη δυσανάλογη παροχή δικαιώματος βέτο προς τη μειοψηφία. και έθεσε την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων σε διεθνή όργανα όπως είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Η Τουρκία απέρριψε την έκθεση και τις συστάσεις της.


    Η Κυβέρνηση της Κύπρου πήρε διάφορα μέτρα για να αποκαταστήσει την ομαλότητα στο νησί. Τα μέτρα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την εξάλειψη της διακοινοτικής βίας και τη δραματική μείωση της έντασης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Επίσης πρόσφερε οικονομικά κίνητρα στους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι είχαν εξαναγκαστεί από τους ηγέτες τους να μετακινηθούν σε ελεγχόμενους από τους Τούρκους θύλακες, για να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Το 1968 η Κυβέρνηση άρχισε συνομιλίες με τους Τουρκοκύπριους υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών για τροποποίηση του συντάγματος. Οι συνομιλίες αυτές πέτυχαν σημαντική πρόοδο και, σύμφωνα με κάποιες αναφορές, βρίσκονταν κοντά στην επιτυχία όταν διακόπηκαν από τα τραγικά γεγονότα του 1974.


    Η Τουρκική Εισβολή το 1974 και οι Συνέπειες της


    Στις 15 Ιουλίου του 1974 η στρατιωτική χούντα που κυβερνούσε την Ελλάδα έκανε πραξικόπημα εναντίον της δημοκρατικά εκλελεγμένης Κυβέρνησης της Κύπρου. Χρησιμοποιώντας αυτή την εγκληματική ενέργεια ως πρόσχημα, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο πέντε μέρες αργότερα. Με μία εισβολή σε δύο φάσεις και παρά τις υποδείξεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η Τουρκία έθεσε υπό την κατοχή της το 36,2% του κυρίαρχου εδάφους της Δημοκρατίας και εκδίωξε διά της βίας πάνω από 142.000 Ελληνοκύπριους από τα σπίτια τους. Άλλοι 20.000 Ελληνοκύπριοι, που παρέμειναν στις κατεχόμενες περιοχές, εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να αναζητήσουν καταφύγιο στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση ασφαλείς περιοχές. Μέχρι το 2005, μόνο 500 περίπου εγκλωβισμένοι Ελληνοκύπριοι παρέμειναν στις κατεχόμενες περιοχές, κυρίως στη χερσόνησο της Καρπασίας.


    Η Τουρκία έχει στερήσει συστηματικά από τους Ελληνοκύπριους το δικαίωμά τους να επιστρέψουν στα σπίτια και τις περιουσίες τους. Αυτό έδωσε το έναυσμα για προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο εξέδωσε σημαντικές αποφάσεις για παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης από την Τουρκία (βλ. "Νομικές Αποφάσεις").


    Εκτός από την οικονομική καταστροφή που προκάλεσε η εισβολή, και την διά της βίας μετακίνηση του πληθυσμού, πάνω από 4.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της εισβολής, ενώ 1.474 Ελληνοκύπριοι παραμένουν αγνοούμενοι. Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για την τύχη τους.


    Η τουρκική κατοχή έφερε οικονομική καταστροφή στο τμήμα εκείνο του νησιού που πριν από το 1974 ήταν το πιο πλούσιο και το πιο ανεπτυγμένο. Η Τουρκία εισήγαγε την υπερτιμημένη τουρκική λίρα ως νόμισμα των κατεχομένων περιοχών και έφερε διευθυντικά στελέχη από την Τουρκία για να διαχειριστούν την τουρκοκυπριακή οικονομία. Οι κακές οικονομικές συνθήκες στην Τουρκία και ο συστηματικός εποικισμός των κατεχομένων με έποικους από την Ανατολία ανάγκασαν Τουρκοκύπριους να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη και αλλού. Οι έποικοι, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, υπερτερούν αριθμητικά των αυτοχθόνων Τουρκοκυπρίων με ποσοστά 2:1. Ανεξάρτητοι παρατηρητές, όπως ο Alfons Cuco και ο Jaako Laakso, τεκμηρίωσαν το θέμα αυτό στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, το 1992 και το 2003 αντίστοιχα. Επίσης, πέραν των 43.000 βαριά οπλισμένων στρατιωτών από την Τουρκία είναι τοποθετημένοι στις κατεχόμενες περιοχές.


    Κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και των αποφάσεων του ΟΗΕ, η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή ηγεσία προσπαθούν συστηματικά να καταστρέψουν την πολιτιστική κληρονομιά στις κατεχόμενες περιοχές. Σε πόλεις και χωριά δόθηκαν τουρκικά ονόματα, ενώ αρχαιολογικοί χώροι, εκκλησίες και κοιμητήρια έχουν λεηλατηθεί, καταστραφεί και μετατραπεί για άλλη χρήση (βλ. "Νομικές Αποφάσεις").


    Το Νοέμβριο του 1983 η Τουρκία ενθάρρυνε και υποστήριξε τη μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας στις κατεχόμενες περιοχές από την τουρκοκυπριακή ηγεσία. Η ούτω καλούμενη "Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου" ("ΤΔΒΚ") δεν έχει αναγνωριστεί από κανένα άλλο παρά μόνο από την Τουρκία, η οποία ασκεί ουσιαστικό έλεγχο πάνω της (βλ. "Νομικές Αποφάσεις"). Τα ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έχουν καταδικάσει τη μονομερή αυτή ενέργεια, την έχουν κηρύξει άκυρη και κάλεσαν όλα τα κράτη μέλη του ΟΗΕ να μην αναγνωρίσουν την παράνομη αυτή οντότητα. Η ΕΕ και άλλοι διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί υιοθέτησαν την ίδια θέση. Για νομικούς και πολιτικούς λόγους, η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία που δημιουργήθηκε το 1960 και την Κυβέρνησή της, παρόλο που τώρα η Κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει την εξουσία της στις περιοχές που βρίσκονται κάτω από τη στρατιωτική κατοχή της Τουρκίας.


    Νομικές Αποφάσεις για το Κυπριακό Πρόβλημα


    Νομικές αποφάσεις περιφερειακών και εθνικών δικαστηρίων της Δυτικής Ευρώπης, των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελούν μία σημαντική ανεξάρτητη πηγή αναφοράς για τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής το 1974 και τη συνεχιζόμενη κατοχή στην Κύπρο. Επίσης επιβεβαιώνουν τη νομιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησής της. Οι αποφάσεις αυτές είναι μία σημαντική βάση για οποιαδήποτε μελλοντική συνολική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος.

    ·Κύπρος εναντίον Τουρκίας (6780/74) και (6950/75) – Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, 1976

    Σε έκθεση (1976), η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι, σύμφωνα με το τότε άρθρο 31 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, η Τουρκία παραβίασε τα άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή), 5 (ελευθερία και ασφάλεια του ατόμου), 8 (σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας, κ.ά), 13 (αποτελεσματική θεραπεία παραβιάσεων δικαιωμάτων και ελευθεριών), και το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αρ.1 (ειρηνική απόλαυση της περιουσίας). Στις 20 Ιανουαρίου 1979, η εξ Υπουργών Επιτροπή υιοθέτησε το ψήφισμα DH (79) που ζητούσε τη μόνιμη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω διακοινοτικών συνομιλιών που να οδηγούν σε επίλυση της διένεξης.


    ·Κύπρος εναντίον Τουρκίας (8007/77) - Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, 1983

    Η Επιτροπή, σύμφωνα με το τότε άρθρο 31 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, βρήκε την Τουρκία ένοχη για παραβίαση των υποχρεώσεων της κάτω από το άρθρο 5 (ελευθερία και ασφάλεια του ατόμου), το άρθρο 8 (σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας του, κ.ά) και το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αρ.1 (ειρηνική απόλαυση της περιουσίας). Στις 2 Απριλίου 1992 η εξ Υπουργών Επιτροπή υιοθέτησε το ψήφισμα DH (92)12 σε σχέση με τη Έκθεση της Επιτροπής και δημοσίευσε την Έκθεση του 1983.


    ·Αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου εναντίον Goldberg & Feldman Fine Arts Inc., 917 F.2d 278, Εφετείο των ΗΠΑ για την 7η
    Περιφέρεια (US Court of Appeals for the 7th Circuit), Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1990


    Με απόφασή του, το Ομοσπονδιακό Περιφερειακό Εφετείο επαναβεβαίωσε την ετυμηγορία του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Ινδιανάπολης των ΗΠΑ της 3ης Αυγούστου 1989. Η υπόθεση αφορούσε την ιδιοκτησία ψηφιδωτών του 6ου αιώνα που είχαν υφαρπαγεί από την Εκκλησία της Κανακαριάς στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Τα ψηφιδωτά αφαιρέθηκαν από Τούρκους αρχαιοκάπηλους και πωλήθηκαν σε Αμερικανίδα έμπορο έργων τέχνης για $1,2 εκατομμύρια. Τα ψηφιδωτά επεστράφησαν στο νόμιμο κάτοχό τους, την Εκκλησία της Κύπρου. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε σημαντικό προηγούμενο στις ΗΠΑ για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Παρόλο που η Τουρκία επικύρωσε τις συνθήκες του 1954 και 1970 της ΟΥΝΕΣΚΟ για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, δεν έπραξε σχεδόν τίποτα για να σταματήσει το βανδαλισμό, την καταστροφή και τη λεηλασία ελληνοκυπριακής πολιτιστικής περιουσίας σε περιοχές που ελέγχονται από τον τουρκικό στρατό.


    Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Υπόθεση C-439/92, 5 Ιουλίου 1994

    Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι μόνο πιστοποιητικά εισαγωγών και φυτοϋγιεινής που εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορούν να γίνουν αποδεκτά από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η δικαστική απόφαση αποδέχθηκε ότι το μόνο κυπριακό κράτος που αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Πιστοποιητικά εισαγωγών και φυτοϋγιεινής που εκδίδονται από τις τουρκοκυπριακές "αρχές" αποκλείονται γιατί "οντότητα όπως αυτή που εγκαθιδρύθηκε στο βόρειο τμήμα της Κύπρου..... δεν αναγνωρίζεται από την Κοινότητα ούτε από τα κράτη μέλη".

    Το Δικαστήριο εξέτασε το θέμα ύστερα από αίτημα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βρετανίας και μετά από αίτηση που καταχωρήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από Κύπριους εξαγωγείς εσπεριδοειδών και πατατών. Το Ανώτατο Δικαστήριο ζήτησε ερμηνεία των σχετικών προνοιών της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΚ-Κύπρου του 1972 και της Οδηγίας του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/93/ΕΟΚ. Το βρετανικό Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Δικαστηρίου το Νοέμβριο του 1994. Η σημαντική αυτή απόφαση αναγνώριζε την κυριαρχία της κυπριακής Δημοκρατίας πάνω σε ολόκληρο το νησί αναφορικά με τις σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

    ·
    Λοïζίδου εναντίον Τουρκίας-Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 18 Δεκεμβρίου 1996 και 28 Ιουλίου 1998

    Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι η αιτήτρια, κα Τιτίνα Λοïζίδου, υπήκοος της κυπριακής Δημοκρατίας, παραμένει η νόμιμη ιδιοκτήτρια της περιουσίας της που βρίσκεται στις κατεχόμενες από τον τουρκικό στρατό περιοχές. Το Δικαστήριο εξέδωσε τρεις αποφάσεις: στις 23 Μαρτίου 1995 σε προκαταρκτικές ενστάσεις, στις 18 Δεκεμβρίου 1996 στην ουσία της υπόθεσης και στις 28 Ιουλίου 1998 σε "δίκαιη αποζημίωση". Σε μια απόφαση που δημιουργεί προηγούμενο, το Δικαστήριο θεώρησε την Τουρκία ως μια κατοχική δύναμη υπεύθυνη για τις πολιτικές και τις ενέργειες των "αρχών" στις κατεχόμενες περιοχές. Οι τουρκοκυπριακές "αρχές" περιγράφηκαν ως "υποτελής τοπική διοίκηση" της Τουρκίας.

    Η Τουρκία κρίθηκε ένοχη για παραβίαση του άρθρου 1, του Πρωτοκόλλου Αρ.1 της Σύμβασης για τη συνεχή άρνησή της προς την ενάγουσα να έχει πρόσβαση στην περιουσία της και για την κατ΄ισχυρισμόν απαλλοτρίωση της χωρίς αποζημίωση. Στις 28 Ιουλίου 1998 το Δικαστήριο διέταξε την Τουρκία να πληρώσει αποζημιώσεις στην κα Λοïζίδου. Η άρνηση της Τουρκίας να συμμορφωθεί με τη δικαστική απόφαση είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση ψηφισμάτων από το Συμβούλιο Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τα ψηφίσματα αυτά αποδοκίμασαν τη μη συμμόρφωση της Τουρκίας, υπενθύμισαν την Τουρκία για την αποδοχή, εκ μέρους της, της Σύμβασης και για την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, και κάλεσε το Συμβούλιο να πάρει τα κατάλληλα μέτρα για να επιβάλει τη συμμόρφωση. Με τις αποφάσεις να εκκρεμούν αναφορικά με την ένταξή της στη ΕΕ, η Τουρκία, το Δεκέμβριο του 2003, πλήρωσε στην Τιτίνα Λοïζίδου το ποσό των 641.000 λιρών Κύπρου (περίπου $1,5 εκατομ.).

    Κύπρος εναντίον Τουρκίας, Αίτηση Αρ. 25781/94 Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 10 Μαΐου 2001

    Πρόκειται για την πιο σημαντική απόφαση στις προσφυγές που κατατέθηκαν από την Κυβέρνηση της κυπριακής Δημοκρατίας εναντίον της Τουρκίας. Η απόφαση επικύρωσε τις προηγούμενες διακρατικές προσφυγές της Κύπρου κάτω από το τότε άρθρο 31 της Σύμβασης (10 Ιουλίου 1976 και 4 Οκτωβρίου 1983). Οι προηγούμενες υποθέσεις τεκμηρίωσαν διάφορες παραβιάσεις της Σύμβασης εκ μέρους της Τουρκίας από την εισβολή του 1974.

    Με πλειοψηφία, η απόφαση έκρινε:

    -Ότι η Τουρκία παραβίασε κατ’ εξακολούθηση τα άρθρα 2, 3 και 5 της Σύμβασης με την αποτυχία της να διεξαγάγει αποτελεσματικές έρευνες αναφορικά με την τύχη των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων.


    -Ότι με την άρνηση της να επιτρέψει σε Ελληνοκύπριους εκτοπισμένους να επιστρέψουν στα σπίτια τους, η Τουρκία κατ’ εξακολούθηση παραβίασε το άρθρο 8 της Σύμβασης. Διαπιστώθηκαν παρόμοιες συνεχιζόμενες παραβιάσεις του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1 (άρνηση των δικαιωμάτων πρόσβασης, ελέγχου, χρήσης, απόλαυσης της περιουσίας). και του άρθρου 13 (απουσία αποτελεσματικής θεραπείας για την παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων).


    -Η Τουρκία παραβίασε τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων που ζουν στη "βόρεια" Κύπρο. αυτό περιλαμβάνει παραβιάσεις του άρθρου 9 (αρμόζουσα μεταχείριση). του άρθρου 10 (λογοκρισία στα σχολικά βιβλία). του άρθρου 1, Πρωτόκολλο Αρ.1 (δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας). του άρθρου 2 (απουσία κατάλληλων διευκολύνσεων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση). του άρθρου 3 (δυσμενείς διακρίσεις που ισοδυναμούν με εξευτελιστική μεταχείριση). του άρθρου 13 (απουσία θεραπείας).


    -Παραβίαση των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές κάτω από το άρθρο 6 (παραπομπή πολιτών σε στρατιωτικά δικαστήρια).


    -Κατά την εξέταση της υπόθεσης, το Δικαστήριο επικύρωσε επίσης την υπόθεση Λοïζίδου εναντίον Τουρκίας (1996 και 1998). την παρανομία της ανακήρυξης της ούτω καλούμενης "ΤΔΒΚ" το 1983 και του "συντάγματος" της (1985). και τις προηγούμενες αποφάσεις για τις διακρατικές προσφυγές που κατέθεσε η Κυπριακή Δημοκρατία (6780/74, 6950/75 και 8007/77). Το Δικαστήριο έκρινε την Τουρκία υπεύθυνη για όλες αυτές τις παραβιάσεις καθώς αυτή είχε "αποτελεσματικό (και) καθολικό έλεγχο στη βόρεια Κύπρο". Το Δικαστήριο επίσης επαναβεβαίωσε ότι η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας είναι η μόνη νόμιμη Κυβέρνηση του νησιού.


    Απόφαση Αποδοχής, Ξενίδη-Αρέστη εναντίον Τουρκίας, (Αίτηση Αρ. 46347/99) Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 6 Απριλίου 2005

    Με ομόφωνη απόφαση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κήρυξε την αίτηση της κας Μύρας Ξενίδη-Αρέστη αποδεκτή. Η αιτήτρια κατήγγειλε συνεχιζόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων της σύμφωνα με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας), και του άρθρου 1, Πρωτόκολλο Αρ. 1 (προστασία της περιουσίας). Οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις της αποστέρησαν το δικαίωμα της περιουσίας και της κατοικίας της. Η αιτήτρια υποστήριξε επίσης ότι οι ενέργειες της Τουρκίας αποτελούν παραβίαση του άρθρου 14 της Σύμβασης (απαγόρευση των διακρίσεων), επειδή είναι Ελληνοκύπρια και Ελληνίδα Ορθόδοξη. Χωρίς επηρεασμό της ουσίας της υπόθεσης το Δικαστήριο απέρριψε την παρουσία ½εγχώριων ένδικων μέσων θεραπείας╗ στις κατεχόμενες περιοχές. Σημείωσε, επίσης, ότι εξ αιτίας της απόρριψης του σχεδίου των Ηνωμένων Εθνών για επανένωση του νησιού (Ανάν-V, 24 Απριλίου 2004) από τους Ελληνοκύπριους, οι σχετικές με τις περιουσίες πρόνοιές του δεν μπορούν να τεθούν σε ισχύ.


    Σήμερα, εκκρεμούν τουλάχιστον άλλες 33 υποθέσεις για περιουσίες που έχουν κηρυχθεί αποδεκτές από το Δικαστήριο.
    Αναζητώντας Λύση μέσω Διαπραγματεύσεων, 1974-2005
    Το ψήφισμα 367 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, της 12ης Μαρτίου 1975, επαναδραστηριοποίησε την αποστολή των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα. Από τότε πραγματοποιήθηκαν κατά διαστήματα διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Το φθινόπωρο του 2000 οι διαπραγματεύσεις εισήλθαν σε πιο εντατική φάση. Επιπρόσθετα, έγιναν συναντήσεις υψηλού επιπέδου μεταξύ διαδοχικών Προέδρων της Κυπριακής Δημοκρατίας και Τουρκοκύπριων ηγετών, εκ του σύνεγγυς συνομιλίες, υποβλήθηκαν προτάσεις για μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και διάφορα σχέδια από τα Ηνωμένα Έθνη και άλλους ξένους απεσταλμένους. Όλες αυτές οι ενέργειες απέτυχαν να λύσουν το κυπριακό πρόβλημα για διάφορους λόγους, όπως:
      • Η αποτυχία να εφαρμοστούν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ
      • Η επικράτηση στρατηγικών, οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων των τρίτων μερών αντί για μια βιώσιμη και λειτουργική λύση που να ικανοποιεί τις ανησυχίες του κυπριακού κράτους και όλων των Κυπρίων
      • Η αδιάλλακτη πολιτική διαδοχικών κυβερνήσεων στην Τουρκία που ισχυρίζονταν ότι το κυπριακό πρόβλημα λύθηκε το 1974
      • Οι πολιτικές συνθήκες στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και η επιμονή Τουρκοκύπριων ηγετών για αναγνώριση της ούτω καλούμενης "ΤΔΒΚ"
      • Το γεγονός ότι όλες οι σημαντικές παραχωρήσεις κατά την ειρηνευτική διαδικασία προέρχονταν από την ελληνοκυπριακή πλευρά.
      • Η περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου, του ευρωπαϊκού δικαίου, και προηγούμενων αποφάσεων περιφερειακών και εθνικών δικαστηρίων σε προτεινόμενες ½λύσεις╗ του κυπριακού προβλήματος.

    Η έλλειψη προόδου στην αποστολή των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα οδήγησε τους ηγέτες της Ομάδας των 8, στις 20 Ιουνίου του 1999, να καλέσουν τα μέρη να συμμετάσχουν σε συνομιλίες χωρίς προϋποθέσεις, πάνω σε όλα τα θέματα και να δεσμευτούν να διαπραγματευτούν με καλή πίστη μέχρι να επιτευχθεί διευθέτηση βασισμένη πλήρως στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ και στις συνθήκες. Η φόρμουλα αυτή υποστηρίχθηκε, επίσης, από το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ 1250, της 29ης Ιουνίου 1999. Η διαδικασία, αφού πέρασε από διάφορα στάδια, κορυφώθηκε με την πρόταση των Ηνωμένων Εθνών γνωστή ως "Σχέδιο Ανάν", το οποίο υποβλήθηκε στα μέρη πρώτα το Νοέμβριο του 2002 και ακολούθως, με την τελική του μορφή (Ανάν-V), το Μάρτιο του 2004.


    Συμπέρασμα


    Ο κυπριακός λαός ψήφισε για την αποδοχή ή απόρριψη του Ανάν-V με ελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων απέρριψε το σοβαρά διάτρητο σχέδιο γιατί απέτυχε να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά αριθμό βασικών ανησυχιών, περιλαμβανομένης της ασφάλειας, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του κυπριακού κράτους. Όμως, όπως τόνισε ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, "η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν δεν αποτελεί νίκη για κανένα". Οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν μια διαδικασία και ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Δεν αντιτάχθηκαν στη λύση του κυπριακού προβλήματος. Στην πραγματικότητα, η αναζήτηση βιώσιμης και λειτουργικής λύσης θα συνεχιστεί μέσα στις παραμέτρους που κατηύθυναν τις συνομιλίες μέχρι τώρα και το νέο πολιτικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, για να διασφαλίσει εξίσου τα δικαιώματα όλων των Κυπρίων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Με αυτό τον τρόπο, όλοι οι Κύπριοι θα απολαμβάνουν πλήρως τα οφέλη και τα πλεονεκτήματα της ένταξης στην ΕΕ, θα συμβάλουν στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και θα επιφέρουν την επανένωση της χώρας τους μετά από παρέλευση πέραν των τριών δεκαετιών τεχνητής διαίρεσης.


    Όπως δήλωσε ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος στις 17 Οκτωβρίου 2005: "Είναι λογικότατα αυτά που απαιτούμε και αυτονόητα αυτά που επιδιώκουμε. Απαιτούμε και επιδιώκουμε επανένωση του λαού και της χώρας μας, στο πλαίσιο μιας δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας. Ένα κράτος, με μια οικονομία, με συνοχή της κοινωνίας και αδιάσπαστους θεσμούς. Απαιτούμε και επιδιώκουμε διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας και κατοχύρωση των βασικών ελευθεριών μας. Απαιτούμε και επιδιώκουμε μια λύση που να μπορεί να λειτουργεί και να αντέχει στο χρόνο, για εξυπηρέτηση των συμφερόντων και δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων και όχι άλλων κρατών".
Για περισσότερες πληροφορίες:
Υπουργείο Εξωτερικών











Αρχή Σελίδας

Καλύτερη απεικόνιση με ανάλυση οθόνης 1024 x 768

© 2006 - 2019 Κυπριακή Δημοκρατία, Υπουργείο Εξωτερικών,
Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Ρώμη
Αρχική Σελίδα | Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου | Αποποίηση | Υπεύθυνος Σελίδας