Κυπριακή Δημοκρατία

Συνθήκη της Λισαβόνας


Πλήρες κείμενο


Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ

Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

ΙΙ. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ


Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Τον Δεκέμβριο του 2000 στη Νίκαια, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε να αναθεωρήσει τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκφράζοντας έτσι την ανάγκη να αρχίσει μια ευρύτερη και πιο βαθιά συζήτηση για το μέλλον της Ένωσης. Η Διακήρυξη της Νίκαιας εντόπισε τέσσερα κύρια θέματα προς μελέτη:

1. Πώς να καθιερώσει και ακολούθως να διατηρήσει ένα ακριβέστερο διαχωρισμό ευθυνών μεταξύ της Ένωσης και των Κρατών Μελών σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας,***
2. Το καθεστώς που θα δοθεί στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων όπως έχει διακηρυχθεί στη Νίκαια,
3. Την απλοποίηση των Συνθηκών ώστε να γίνουν σαφέστερες και πιο κατανοητές,
4. Το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

*** Γρήγορος οδηγός ***

Επικουρικότητα: Η «αρχή της επικουρικότητας» σημαίνει ότι οι αποφάσεις της ΕΕ πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατό πιο κοντά στον πολίτη. Με άλλα λόγια, η Ένωση δεν πρέπει να αναλαμβάνει δράση ( εκτός σε θέματα για τα οποία έχει αποκλειστική ευθύνη) εκτός αν η δράση της ΕΕ θα είναι πιο αποτελεσματική από τη δράση που θα αναλαμβανόταν σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο.

(Από την Eurojargon:
http://europa.eu/abc/eurojargon/index_el.htm).

Στις 15 Δεκεμβρίου 2001, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Λάκεν υιοθέτησε τη Διακήρυξη για το Μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεσμεύοντας την Ένωση να γίνει πιο δημοκρατική, πιο διάφανη και πιο αποτελεσματική και προετοιμάζοντας το έδαφος για ένα Σύνταγμα για τους πολίτες της Ευρώπης.

Το Συμβούλιο απεφάσισε να συγκαλέσει Διάσκεψη, φέρνοντας μαζί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για να εξετάσουν τα ζωτικά ερωτήματα, που εγείρονται αναφορικά με τη μελλοντική εξέλιξη της Ένωσης και να αναζητήσουν πιθανές διαφορετικές απαντήσεις. Κάτω από την προεδρία του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστάν, η Διάσκεψη, η οποία συνήλθε μεταξύ Φεβρουαρίου 2002 και Ιουλίου 2003, ετοίμασε ένα προσχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης.

Το έγγραφο που προέκυψε απετέλεσε τη βάση για διαπραγματεύσεις στην Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΔ)***, την οποία αποτελούσαν οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων των Κρατών Μελών και των υπό ένταξη χωρών. Η ΔΔ, η οποία ξεκίνησε στις 4 Οκτωβρίου 2003 κατά τη διάρκεια της Ιταλικής Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υιοθέτησε ομόφωνα το κείμενο του Συντάγματος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών της 17ης και 18ης Ιουνίου 2004. Το κείμενο υπογράφηκε στη Ρώμη στις 29 Οκτωβρίου 2004 από τους Αρχηγούς Κρατών ή Κυβερνήσεων των Κρατών Μελών της ΕΕ και των υπό ένταξη χωρών (για περισσότερες πληροφορίες για την ΔΔ επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της ΕΕ: http://europa.eu/scadplus/cig2004/index_el.htm).

***Γρήγορος οδηγός***

Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΔ): Διάσκεψη κατά την οποία οι κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΕΕ συνέρχονται για να τροποποιήσουν τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(Από την Eurojargon: http://europa.eu/abc/eurojargon/index_el.htm ).

Για το κείμενο της Συνταγματικής Συνθήκης και επιπρόσθετες πληροφορίες, κάνετε κλικ εδώ: http://europa.eu/scadplus/constitution/index_el.htm

Στις 30 Ιουνίου 2005, η Κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων επικύρωσε τη Συνταγματική Συνθήκη με πλειοψηφία 60% (επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων στη διεύθυνση: http://www.parliament.cy/www_START/index.asp).

Μετά την απόρριψη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος από τη Γαλλία και την Ολλανδία σε αντίστοιχα δημοψηφίσματα το 2005, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υιοθέτησε τον Ιούνιο 2005 διακήρυξη για την «επικύρωση της Συνθήκης με την οποία εγκαθιδρύεται Σύνταγμα για την Ευρώπη», η οποία καλούσε για μια «περίοδο προβληματισμού» (http://www.consilium.europa.eu/ueDocs/cms_Data/docs/pressData/en/ec/85325.pdf ).

Η περίοδος αυτή θα χρησίμευε για μια ευρεία συζήτηση σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης, εμπλέκοντας τους πολίτες, την κοινωνία των πολιτών, κοινωνικούς εταίρους, τα εθνικά κοινοβούλια και πολιτικά κόμματα. Υποδείχτηκε επίσης ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έπρεπε να συμβάλουν στη συζήτηση, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διαδραματίζει ειδικό ρόλο.

Τον Οκτώβριο του 2005, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε το «Σχέδιο Δ για Δημοκρατία, Διάλογο και Συζήτηση» με στόχο τη δημιουργία μιας ευρύτερης συζήτησης μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των Ευρωπαίων πολιτών. Το Σχέδιο Δ παρέθετε μια δομημένη διαδικασία, η οποία στόχευε να εστιάσει την προσοχή των πολιτών στο μέλλον της Ευρώπης, μέσα από τη μελέτη των προσδοκιών τους και τη συζήτηση της επιπρόσθετης αξίας και των συγκεκριμένων ωφελημάτων από την κοινοτική δράση. Τον Ιούνιο του 2006, αφού το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έλαβε υπόψη την πρώτη φάση της «περιόδου προβληματισμού», απεφάσισε να παρατείνει την περίοδο για ακόμα ένα χρόνο, κάλεσε δε την επικείμενη Γερμανική Προεδρία να ετοιμάσει έκθεση για τα περαιτέρω.

Η έκθεση αυτή, μαζί με την εργασία που είχε αναλάβει η Γερμανική Προεδρία το πρώτο εξάμηνο του 2007, επέτρεψε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά την συνάντησή του στις 21-22 Ιουνίου 2007, να συμφωνήσει στην σύγκληση μιας ΔΔ, με σκοπό τη σύνταξη μιας «Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης» που να τροποποιεί τις υφιστάμενες συνθήκες, ώστε να ενισχύεται η αποτελεσματικότητα και η δημοκρατική νομιμότητα της διευρυμένης Ένωσης, καθώς και η συνοχή της εξωτερικής δράσης της. Ως προς τούτο, η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε σε συγκεκριμένους όρους εντολής για τη διεξαγωγή των εργασιών της ΔΔ. Το έργο αυτής της Διακυβερνητικής Διάσκεψης ήταν η σύνταξη μια Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης (http://www.consilium.europa.eu/showPage.aspx?id=1297&lang=el).

Η Πορτογαλική Προεδρία (δεύτερο εξάμηνο του 2007) προχώρησε πάρα πέρα την εργασία που είχε γίνει από τη Γερμανική Προεδρία και στις 19 Οκτωβρίου 2007, το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Λισαβόνα υιοθέτησε το τελικό κείμενο της Συνθήκης, όπως αυτή συντάχθηκε από την ΔΔ. Οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων των 27 Κρατών Μελών της ΕΕ υπέγραψαν την Συνθήκη της Λισαβόνας, στην Πορτογαλική πρωτεύουσα, στις 13 Δεκεμβρίου 2007.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009, αφού επικυρώθηκε και από το 27 Κράτη Μέλη της ΕΕ, σύμφωνα με τις Συνταγματικές πρόνοιες του καθενός από αυτά. Η επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας από την Κύπρο έγινε με ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων, στις 3 Ιουλίου 2008.

Για περισσότερες πληροφορίες για την Συνθήκη της Λισαβόνας, κάνετε κλικ εδώ:
http://europa.eu/lisbon_treaty/index_el.htm

Μπορείτε να βρείτε το κείμενο της Συνθήκης, σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, στην ακόλουθη ιστοσελίδα:
http://eur-lex.europa.eu/JOHtml.do?uri=OJ%3AC%3A2007%3A306%3ASOM%3AEL%3AHTML

ΙΙ. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ

◘ Συγκρίνοντας τη Συνταγματική Συνθήκη με τη Συνθήκη της Λισαβόνας

1. Πρώτο, η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν τιτλοφορείται πλέον ως «Σύνταγμα». Αυτό γίνεται διότι η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν φιλοδοξεί να αντικαταστήσει όλες τις προγενέστερες συνθήκες της ΕΕ και να ξεκινήσει από την αρχή, όπως είχε δοκιμάσει να κάνει η Συνταγματική Συνθήκη, αλλά επιστρέφει στην παραδοσιακή μέθοδο αναθεώρησης μιας Συνθήκης. Με αυτή την έννοια, η Συνθήκη της Λισαβόνας τροποποιεί τη Συνθήκη εγκαθίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Τα κείμενα όλων των συνθηκών της ΕΕ βρίσκονται στην ακόλουθη ιστοσελίδα:
http://europa.eu.int.eur-lex/lex/el/treaties/index.htm accession) Σημειώνεται ότι η Συνθήκη εγκαθίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας θα μετονομαστεί σε Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα διατηρήσει τον τίτλο της. Οι δύο συνθήκες θα έχουν την ίδια ισχύ.

2. Η Συνταγματική Συνθήκη περιλάμβανε αναφορά στα σύμβολα της ΕΕ, τα οποία είναι η σημαία, ο ύμνος, το ευρώ, το σύνθημα («Ενωμένοι στη Διαφορετικότητα») και την Ημέρα της Ευρώπης (9η Μαίου). Στη Συνθήκη της Λισαβόνας η αναφορά αυτή απαλείφεται, αν και τα σύμβολα αυτά θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Σημειώνεται ότι η Κύπρος, μαζί με δεκαπέντε άλλα Κράτη Μέλη (Βέλγιο, Βουλγαρία, Γερμανία, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Μάλτα, Αυστρία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία και την Δημοκρατία της Σλοβακίας), υπέγραψαν Διακήρυξη για τα Σύμβολα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία προσαρτήθηκε στην Τελική Πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 2007. Η Διακήρυξη έχει ως ακολούθως:

«52. Το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιταλία, η Κύπρος, η Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, η Ουγγαρία, η Μάλτα, η Αυστρία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβενία και η Δημοκρατία της Σλοβακίας διακηρύσσουν ότι η σημαία με τον κύκλο και τα δώδεκα χρυσά αστέρια σε γαλάζιο φόντο, ο ύμνος βασισμένος στην «Ωδή στη Χαρά» από την Εννάτη Συμφωνία του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, το σύνθημα «Ενωμένοι στην Διαφορετικότητα», το ευρώ ως νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ημέρα της Ευρώπης στις 9 Μαίου θα συνεχίσουν να είναι γι αυτές τα σύμβολα που θα εκφράζουν την κοινοτική αίσθηση του λαού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την υποστήριξή τους σ’ αυτή».

[Για το πλήρες κείμενο της Τελικής Πράξης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης 2007:
http://eur-lex.europa.eu/JOHtml.do?uri=OJ%3AC%3A2007%3A306%3ASOM%3AEL%3AHTML] .

3. Το πλήρες κείμενο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν περιλαμβάνεται στο κείμενο της Συνθήκης. Αντ’ αυτού, υπάρχει παραπομπή στο Χάρτη. Αυτό με κανένα τρόπο δεν επηρεάζει τη νομική αξία του Χάρτη.

Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ανάγκη τη Συνθήκη της Λισαβόνας;

Η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι το φυσικό επακόλουθο της συνεχούς ανέλιξης της ΕΕ. Ανταποκρινόμενη στις νέες παγκόσμιες προκλήσεις και με σκοπό να καταστήσει την ΕΕ πιο αποτελεσματική, πιο δημοκρατική και πιο συγκροτημένη, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται να αναθεωρήσει τον τρόπο λειτουργίας της. Υπενθυμίζεται, από αυτή την άποψη, ότι η ΕΕ δεν περιλαμβάνει πια 15 Κράτη Μέλη αλλά 27. Άρα, προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για τροποποίηση των κανόνων λειτουργίας της, ώστε να μπορέσει η Ένωση να λειτουργήσει σωστά με διευρυμένο αριθμό Κρατών Μελών.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας στοχεύει στον εκσυγχρονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο να την καταστήσει πιο αποτελεσματική. Επιπρόσθετα, η Συνθήκη της Λισαβόνας αποσκοπεί στην ενίσχυση του ρόλου της ΕΕ στη διεθνή σκηνή και σε μια πιο ενωμένη φωνή στις εξωτερικές σχέσεις.

Τέλος, η Συνθήκη της Λισαβόνας ενισχύει το ρόλο των Ευρωπαίων πολιτών στη διαμόρφωση των πολιτικών της ΕΕ και θέτει ορισμένες δικλείδες ασφαλείας , οι οποίες θα επιτρέψουν τη δημοκρατική συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ.

Ποιες είναι οι θεσμικές αλλαγές που επιφέρει η Συνθήκη της Λισαβόνας;

Η Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγει αριθμό θεσμικών αλλαγών, οι οποίες αποσκοπούν να καταστήσουν την ΕΕ πιο αποτελεσματική και να ενισχύσουν τη φωνή της στον κόσμο. Οι αλλαγές αυτές περιλαμβάνουν:
  • Τη δημιουργία νέας θέσης Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο οποίος θα εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία για περίοδο δυόμισυ ετών (με δικαίωμα επανεκλογής μια φορά). Ο Πρόεδρος θα διασφαλίζει τη συνέχεια και τη συνοχή του έργου που αναλαμβάνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
  • Τη δημιουργία θέσης Υπάτου Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις Εξωτερικές Σχέσεις και την Πολιτική Ασφάλειας, ο οποίος θα διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία (με τη Συμφωνία του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου). Ο ίδιος/η ίδια θα είναι επίσης ένας/μια από τους Αντιπροέδρους της Επιτροπής και θα προεδρεύει του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων. Αυτό θα ενισχύσει τη συνοχή της εξωτερικής δράσης της ΕΕ και θα τονίσει το προφίλ της ΕΕ στον κόσμο, «δίνοντας ένα πρόσωπο» στην Ένωση.
  • Επιπλέον, η Συνθήκη προνοεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (http://www.europarl.europa.eu/news/public/default_el.htm) δεν θα έχει περισσότερα από 751 μέλη. Ο μέγιστος αριθμός βουλευτών μιας χώρας μέλους έχει καθοριστεί σε 96 και ο ελάχιστος σε 6. Η Κύπρος θα συνεχίσει να έχει 6 αντιπροσώπους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
  • Η Συνθήκη της Λισαβόνας επεκτείνει τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε σχέση με θέματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της νομικής συνεργασίας σε ποινικά θέματα και την αστυνομική συνεργασία, εισάγει δε κάποιες τροποποιήσεις αναφορικά με τις διαδικασίες του.
  • Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν εισάγει οποιεσδήποτε σημαντικές αλλαγές.

Νέες πρόνοιες που εισάγει η Συνθήκη της Λισαβόνας
  • Ενιαία νομική προσωπικότητα

Μέχρι τώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε την εξουσία να συνομολογεί διεθνείς συμφωνίες εκ μέρους των Κρατών Μελών της, όπου είχαν αποφασίσει για κοινή πολιτική. Ωστόσο, λόγω του γεγονότος ότι η Ένωση δεν είχε αυτό που είναι γνωστό ως ενιαία νομική προσωπικότητα, η Ένωση υπέγραφε αυτές τις διεθνείς υποχρεώσεις κατά πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Η Συνθήκη της Λισαβόνας θέτει τέρμα σ’ αυτή τη σύγχυση, δημιουργώντας για πρώτη φορά μια ενιαία νομική προσωπικότητα για την ΕΕ.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει το δικαίωμα να υπογράφει οποιαδήποτε συμφωνία χωρίς τη συγκατάθεση των Κρατών Μελών. Τα Κράτη Μέλη θα συνεχίσουν να εξουσιοδοτούν την ΕΕ να διαπραγματεύεται εκ μέρους τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως γίνεται και τώρα, θα έχουν δε τον τελευταίο λόγο για το αν η ΕΕ θα πρέπει να υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία.
  • Ρήτρα αλληλεγγύης

Η Συνθήκη εισάγει την ρήτρα αλληλεγγύης (άρθρο 188R της Συμφωνίας για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) σύμφωνα με την οποία η Ένωση και τα Κράτη Μέλη της θα ενεργούν από κοινού με πνεύμα αλληλεγγύης, αν ένα Κράτος Μέλος γίνει αντικείμενο τρομοκρατικής επίθεσης ή θύμα φυσικής ή ανθρωποποίητης καταστροφής. Από αυτής της άποψης, διαλαμβάνεται ότι η Ένωση θα κινητοποιεί όλα τα μέσα στη διάθεσή της, περιλαμβανομένων στρατιωτικών πόρων, που θα καταστούν διαθέσιμα από τα Κράτη Μέλη στις προαναφερθείσες περιπτώσεις.
  • Ρήτρα αποχώρησης

Για πρώτη φορά, η Συνθήκη προνοεί για το δικαίωμα ενός Κράτους Μέλους να αποχωρήσει από την ΕΕ, αν το επιθυμεί, και καθορίζει όλη τη σχετική διαδικασία (δες Άρθρο 50 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως έχει τροποποιηθεί από τη Συνθήκη της Λισαβόνας).

Μια πιο δημοκρατική Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Συνθήκη της Λισαβόνας περιλαμβάνει αριθμό προνοιών, οι οποίες στοχεύουν στο να καταστήσουν τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης πιο δημοκρατικό, ανοικτό, προσπελάσιμο και διαφανή. Έτσι, η Συνθήκη προνοεί σαφώς ότι «η λειτουργία της Ένωσης θα βασίζεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία» και συνεχίζει δηλώνοντας ότι «κάθε πολίτης θα έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στη δημοκρατική ζωή της Ένωσης. Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται όσο φανερά και όσο κοντά γίνεται στον πολίτη». (Άρθρο 8 Α της τροποποιημένης Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Από αυτή την άποψη, η Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγει πρόνοιες, οι οποίες ενισχύου το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ, φέρνουν την ΕΕ πιο κοντά στους πολίτες, δίνοντάς τους την ευκαιρία να αναμιχθούν πιο άμεσα στις εργασίες της Ένωσης, και διασαφηνίζουν τις περιοχές αρμοδιοτήτων μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των Κρατών Μελών.

1. Ενισχύοντας το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Η Συνθήκη της Λισαβόνας ενισχύει σημαντικά τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ, επεκτείνοντας τη «διαδικασία συναπόφασης» μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου σε σαράντα νέες νομοθετικές περιοχές. Η διαδικασία συναπόφασης μετονομάζεται σε «συνήθη νομοθετική διαδικασία».

Η επέκταση της διαδικασίας συναπόφασης διαλαμβάνει ενδυνάμωση των νομοθετικών εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε ορισμένες περιοχές, στις οποίες μέχρι τώρα είτε δεν είχε ρόλο είτε συμμετέχει απλώς με συμβουλευτική ιδιότητα. Σε αυτές τις σαράντα νομοθετικές περιοχές περιλαμβάνονται: μετανάστευση, νομική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, αστυνομική συνεργασία, ορισμένες πρόνοιες της κοινής πολιτικής εμπορίου, ορισμένες πρόνοιες για την κοινή αγροτική πολιτική, κλπ.

Αναφορικά με τον προϋπολογισμό, σημειώνεται ότι με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η υιοθέτηση ενός «πολυετούς οικονομικού πλαισίου» της Ένωσης θα χρειάζεται την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 272 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Περαιτέρω, η Συνθήκη διαλαμβάνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα αποφασίζουν από κοινού για την έκταση των δαπανών, που θα περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό, διαγράφει δε τον διαχωρισμό ανάμεσα σε υποχρεωτικές και μη υποχρεωτικές δαπάνες. Αυτή η τροποποίηση διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αναφορικά με το ρόλο τους στη διαμόρφωση και υιοθέτηση του προϋπολογισμού.

Επιπρόσθετα, η Συνθήκη της Λισαβόνας προνοεί ότι θα χρειάζεται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη συνομολόγηση συμφωνιών σύνδεσης μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, καθώς και για την συνομολόγηση συμφωνιών, οι οποίες αφορούν περιοχές που εμπίπτουν στη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

Επιπλέον, η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα είναι αναγκαία για το διορισμό του Ύπατου Εκπροσώπου, όπως είναι και για τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα εκλέγει τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με πλειοψηφία των Μελών του, μετά από σχετική πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (δες Άρθρο 9Δ (7) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας (01/12/09), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε όπως ληφθούν μεταβατικά μέτρα προκειμένου να επωφεληθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τις σχετικές με τη σύνθεσή του διατάξεις της Συνθήκης, για το εναπομένον διάστημα της κοινοβουλευτικής περιόδου 2009-2014. Κατά συνέπεια, ο αριθμός των ευρωβουλευτών από 736 θα ανέλθει σε 754. Σημειώνεται ότι η ΣτΛ καθορίζει ως ανώτατο όριο τις 751 έδρες, ωστόσο, μετά από πολιτικό διακανονισμό η Γερμανία διατηρεί 3 επιπλέον έδρες μέχρι το 2014. Συνολικά 12 Κράτη Μέλη επωφελούνται από την αύξηση στον αριθμό των εδρών τους στο ΕΚ (4 η Ισπανία, 2 οι Γαλλία, Αυστρία και Σουηδία και από 1 οι Βουλγαρία, Ιταλία, Λετονία, Μάλτα, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Σλοβενία και Ηνωμένο Βασίλειο).

Στις 23 Ιουνίου 2010 υπογράφηκε σχετικό Πρωτόκολλο για την τροποποίηση του Πρωτοκόλλου 36 της ΣτΛ και την αύξηση των εδρών του ΕΚ. Το Πρωτόκολλο θα τεθεί σε ισχύ μόλις επικυρωθεί από όλα τα Κράτη Μέλη. Μέχρις στιγμής το έχουν επικυρώσει 22 Κράτη Μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

2. Ενισχύοντας το ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων

Ο ρόλος των εθνικών Κοινοβουλίων ως βασικών παικτών στο δημοκρατικό ιστό της ΕΕ ενισχύεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Η Συνθήκη προνοεί συγκεκριμένες διευθετήσεις για να ενδυναμώσει την εμπλοκή των εθνικών Κοινοβουλίων στο έργο της Ένωσης.

Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο για το ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υποχρεούνται να αποστέλλουν όλα τα προσχέδια των νομοθετικών πράξεων στα εθνικά Κοινοβούλια, τα οποία θα τα εξετάζουν ώστε να βεβαιώνονται ότι σέβονται την αρχή της επικουρικότητας. Τα εθνικά Κοινοβούλια μπορούν στη συνέχεια να αποστέλλουν στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής μια τεκμηριωμένη γνωμοδότηση, κατά πόσον μια προτεινόμενη νομοθετική πράξη συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας. Το χρονοδιάγραμμα για την αποστολή τέτοιας γνωμοδότησης είναι οκτώ εβδομάδες.

Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο για την Εφαρμογή της Αρχής της Επικουρικότητας και της Αναλογικότητας, κάθε εθνικό Κοινοβούλιο θα έχει δύο ψήφους. Όταν η μη συμμόρφωση τεκμηριωμένων γνωμοδοτήσεων με την αρχή της επικουρικότητας συγκεντρώνει τουλάχιστον το ένα τρίτο όλων των ψήφων που επιμερίζονται στα εθνικά Κοινοβούλια, η προτεινόμενη πράξη πρέπει να αναθεωρηθεί.

Επιπλέον, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, όταν οι τεκμηριωμένες γνωμοδοτήσεις για τη μη συμμόρφωση μιας πρότασης νόμου με την αρχή της επικουρικότητας συγκεντρώνουν τουλάχιστον απλή πλειοψηφία των ψήφων που επιμερίζονται στα εθνικά Κοινοβούλια, η πρόταση πρέπει να αναθεωρηθεί. Μετά από μια τέτοια αναθεώρηση, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει αν θα διατηρήσει, τροποποιήσει ή αποσύρει την πρόταση.
Σημειώνεται επίσης ότι το Πρωτόκολλο για το ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά Κοινοβούλια θα αποφασίζουν από κοινού την οργάνωση και προώθηση αποτελεσματικής και τακτικής διακοινοβουλευτικής συνεργασίας εντός της Ένωσης.

Επιπρόσθετα, τα εθνικά Κοινοβούλια θα έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στις αναθεωρητικές διαδικασίες των Συμφωνιών (δες Άρθρο 48 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Υπογραμμίζεται, συναφώς, ότι όσον αφορά ιδιαίτερα τις προτάσεις για τροποποίηση των Συμφωνιών που σχετίζονται με τον τρόπο ψηφοφορίας (ήτοι η μετάβαση από την ομοφωνία στην ειδική πλειοψηφία), καθώς και τροποποιήσεις που αφορούν την ακολουθητέα νομοθετική διαδικασία (ήτοι, μετάβαση από την ειδική νομοθετική διαδικασία στη συνήθη νομοθετική διαδικασία), τα εθνικά κοινοβούλια θα ειδοποιούνται για τις εν λόγω τροποποιήσεις και θα μπορούν να υποδεικνύουν την αντίθεσή τους σε μια συγκεκριμένη τροποποίηση εντός έξι μηνών. Η αντίθεση ενός εθνικού Κοινοβουλίου θα εμποδίζει το Συμβούλιο να υιοθετήσει αλλαγή στη μέθοδο ψηφοφορίας.

3. Eυρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών

Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών, η οποία είναι καινοτομία της Συνθήκης της Λισαβόνας, αποτελεί μια πρόσκληση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να προτείνει νομοθεσία σε τομείς στους οποίους η ΕΕ έχει αρμοδιότητα να νομοθετεί. Μια Πρωτοβουλία Πολιτών πρέπει να υποστηρίζεται από τουλάχιστον ένα εκατομμύριο πολίτες της ΕΕ, οι οποίοι θα προέρχονται από τουλάχιστον 7 από τα 28 κράτη μέλη. Σε καθένα από τα 7 κράτη μέλη απαιτείται ένας ελάχιστος αριθμός υπογραφόντων. Την Πρωτοβουλία πρέπει να οργανώσει επιτροπή από τουλάχιστον 7 πολίτες της ΕΕ από 7 διαφορετικά κράτη μέλη και έχει στη διάθεση της ένα χρόνο για να συγκεντρώσει τις υπογραφές, οι οποίες πρέπει με τη σειρά τους να πιστοποιηθούν από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται. Η Πρωτοβουλία Πολιτών αποτελεί δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται μέσα από τις Συνθήκες της ΕΕ.

Οι κανόνες και οι διαδικασίες που διέπουν την Πρωτοβουλία Πολιτών καθορίζονται σε κανονισμό της ΕΕ που εκδόθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ τον Φεβρουάριο του 2011.

http://ec.europa.eu/citizens-initiative/public/welcome?lg=el

4. Πιο δημοκρατική και διάφανη διαδικασία λήψης αποφάσεων

Η διαδικασία λήψης αποφάσεων γίνεται πιο διάφανη και πιο δημοκρατική με τη Συνθήκη της Λισαβόνας καθώς:
  • Η Συμφωνία διαλαμβάνει ότι οι συνεδρίες του Συμβουλίου θα είναι ανοικτές όταν θα συζητά και ψηφίζει επί νομοθετικών προτάσεων (άρθρο 9Γ της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Συνεπώς, η εργασία του Συμβουλίου θα είναι πιο διάφανη, ενώ η πρόσβαση των δημοσιογράφων στις συνεδρίες του Συμβουλίου θα σημαίνουν περισσότερη ροή πληροφόρησης στο ευρύ κοινό για τα νομοθετήματα της ΕΕ.
  • Η Συνθήκη καθιερώνει σαφέστερη κατανομή εξουσιών μεταξύ της Ένωσης και των Κρατών Μελών. Από αυτή την άποψη, οι αρμοδιότητες της Ένωσης καθορίζονται σαφώς, χωρίς να αφήνουν χώρο για αβεβαιότητα ή σύγχυση. Σύμφωνα με το Άρθρο 2Α της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ, οι αρμοδιότητες της Ένωσης χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Αποκλειστικές αρμοδιότητες, κοινές αρμοδιότητες και συμπληρωματικές αρμοδιότητες.

- Αποκλειστικές αρμοδιότητες: Τομείς πολιτικής όπου μόνο η Ένωση μπορεί να νομοθετήσει και υιοθετήσει νομικά δεσμευτικές πράξεις, ενώ τα ίδια τα Κράτη-Μέλη μπορούν να το κάνουν αυτό μόνο αν εξουσιοδοτηθούν από την Ένωση ή για την εφαρμογή των πράξεων της Ένωσης. Παραδείγματα αυτών των τομέων πολιτικής είναι η Τελωνειακή Ένωση, η νομισματική Ένωση, η κοινή πολιτική εμπορίου, ο ανταγωνισμός , κλπ. Οι αρμοδιότητες αυτές περιγράφονται στο Άρθρο 2Β της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ.

- Κοινές αρμοδιότητες: Τομείς πολιτικής όπου η Ένωση και τα Κράτη Μέλη μπορούν να νομοθετήσουν και υιοθετήσουν νομικά δεσμευτικές πράξεις. Τα Κράτη Μέλη θα ασκούν την αρμοδιότητά τους στην έκταση που η Ένωση δεν ασκεί τη δική της αρμοδιότητα. Παραδείγματα τομέων πολιτικής που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία είναι η εσωτερική αγορά, το περιβάλλον, η ενέργεια, η γεωργία, η έρευνα και τεχνολογία, κλπ. Οι αρμοδιότητες αυτές περιγράφονται στο Άρθρο 2Γ της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ.

- Συμπληρωματικές αρμοδιότητες: Τομείς πολιτικής όπου η Ένωση θα έχει την αρμοδιότητα να αναλάβει ενέργειες προς υποστήριξη, συντονισμό ή συμπλήρωση των ενεργειών των Κρατών Μελών, χωρίς με αυτό τον τρόπο να υπερβαίνει της αρμοδιότητάς τους σε αυτούς τους τομείς , π.χ. πολιτισμός, τουρισμός, αθλητισμός, νεολαία, κλπ. Οι αρμοδιότητες αυτές περιγράφονται στο Άρθρο 2 Ε της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ.

◘ H Συνθήκη της Λισαβόνας καθιστά την ΕΕ πιο αποτελεσματική;

Η Συνθήκη της Λισαβόνας περιλαμβάνει αριθμό προνοιών , οι οποίες στοχεύουν να διευκολύνουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ένωσης, ενισχύοντας έτσι την αποτελεσματικότητά της:
  • Μια μικρότερη Επιτροπή θα είναι πιο ευέλικτη και αποτελεσματική
  • Επέκταση της Ψηφοφορίας με Ειδική Πλειοψηφία: Η Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγει τη ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία σε 40 νέους τομείς της πολιτικής της ΕΕ, περιλαμβανομένου του αγώνα κατά της κλιματολογικής αλλαγής, την ενέργεια και ενεργειακή αλληλεγγύη, την έρευνα, την ενοποίηση και τον αγώνα κατά των διακρίσεων, την επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια, τον πόλεμο κατά του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Αποφάσεις που αφορούν την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, τη φορολογία , την άμυνα, τις κοινωνικές ασφαλίσεις και τον πολιτισμό θα συνεχίσουν να λαμβάνονται με ομοφωνία. Το νέο σύστημα θα τεθεί σε ισχύ το 2014, με μια μεταβατική περίοδο που θα επεκτείνεται μέχρι το 2017.
  • Νέο Πλειοψηφικό Σύστημα: Πριν από την υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισαβόνας (ήτοι, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συνθήκης της Νίκαιας – 2001), η ειδική πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπολογιζόταν με τη στάθμιση των ψήφων. Άρα, τα Κράτη Μέλη διέθεταν ορισμένο αριθμό ψήφων σύμφωνα με το δημογραφικό τους εκτόπισμα. Ειδική πλειοψηφία υπήρχε όταν ικανοποιούνταν οι ακόλουθοι δύο όροι:

- Έγκριση με πλειοψηφία των Κρατών Μελών (σε ορισμένες περιπτώσεις με πλειοψηφία δύο τρίτων).
- Τουλάχιστον 255 ψήφοι υπέρ της πρότασης, από σύνολο 345 ψήφων.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συνθήκης της Νίκαιας, ένα Κράτος Μέλος μπορεί να ζητήσει επιβεβαίωση ότι οι ψήφοι υπέρ, αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον 62% του ολικού πληθυσμού της Ένωσης. Αν φανεί ότι αυτό δεν συμβαίνει, τότε η απόφαση δεν θα υιοθετηθεί. Ωστόσο, η προϋπόθεση αυτή θα ίσχυε αν ζητείτο η επιβεβαίωση.

Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το προαναφερθέν σύστημα υπολογισμού των ψήφων στο Συμβούλιο αλλάζει. Με αυτή την έννοια, η Συνθήκη καθιερώνει ένα σύστημα διπλής πλειοψηφίας, το οποίο θα υπολογίζεται σύμφωνα με δύο κριτήρια:

- Κράτη: 55% των Κρατών Μελών (ήτοι, τουλάχιστον 15 από τα 27 Κράτη Μέλη)
- Πληθυσμός: 65% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η αλλαγή που εισάγει η Συνθήκη της Λισαβόνας στον υπολογισμό των ψήφων για την ειδική πλειοψηφία θα διευκολύνει τη δημιουργία πλειοψηφιών και άρα τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
  • Απλοποιημένοι κανόνες «Ενισχυμένης Συνεργασίας»

Η Συνθήκη της Λισσαβώνας επιφέρει σημαντική απλοποίηση των κανόνων «ενισχυμένης συνεργασίας», όπου κάποια Κράτη Μέλη της ΕΕ μπορεί να συνεργαστούν πιο στενά για ορισμένα θέματα. Από αυτή την άποψη, τίθενται ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες για να διασφαλιστεί ότι τα δικαιώματα των χωρών που δεν συμμετέχουν, θα τύχουν σεβασμού: τουλάχιστον, ένα τρίτο των Κρατών Μελών πρέπει να θέλουν να συνεργαστούν και τα υπόλοιπα να είναι ελεύθερα να προσχωρήσουν οποτεδήποτε, αν το θελήσουν.

◘ Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν περιλαμβάνεται στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Χάρτης δεν θα έχει νομικά δεσμευτική ισχύ;

Όχι. Η Συνθήκη της Λισαβόνας αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που παρατίθενται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και καθορίζει ότι ο Χάρτης θα έχει την ίδια νομική αξία όπως και οι Συνθήκες. Τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν υποχρέωση να σέβονται τα δικαιώματα που περιέχονται στο Χάρτη. Αυτές οι υποχρεώσεις επιβαρύνουν επίσης τα Κράτη Μέλη όταν εφαρμόζουν τη νομοθεσία της Ένωσης. Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όσον αφορά το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων θα είναι η διασφάλιση της σωστής εφαρμογής της.

*** Γρήγορος Οδηγός***

Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων: Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων θέτει ολόκληρο φάσμα αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών της ΕΕ. Χωρίζεται σε έξι κεφάλαια: Αξιοπρέπεια, Ελευθερία, Αλληλεγγύη, Ιθαγένεια και Δικαιοσύνη, καλύπτει δε τα πάντα, από την απαγόρευση των βασανιστηρίων, το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα αποτελεσματικής θεραπείας και δίκαιης δίκης, τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων, μέχρι τη βιοηθική, την προστασία προσωπικών δεδομένων, το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

[Για το κείμενο του Χάρτη και συμπληρωματικές πληροφορίες:
http://ec.europa.eu/justice_home/index.html ].

◘ Τι είναι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης;

Σύμφωνα με τη Συνθήκη, ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας θα πλαισιώνεται από μια Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (
http://www.eeas.europa.eu/index_en.htm).

Τον Νοέμβριο του 2009, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διόρισε την Catherine Ashton Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Με την ιδιότητά της αυτή, προεδρεύει του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων. Είναι επίσης Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εξασφαλίζει τη συνοχή και το συντονισμό της εξωτερικής δράσης της ΕΕ.

Η υπηρεσία αυτή θα εργάζεται σε συνεργασία με τις διπλωματικές υπηρεσίες των Κρατών Μελών και θα περιλαμβάνει αξιωματούχους από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και τις διπλωματικές υπηρεσίες των Κρατών Μελών (http://www.eeas.europa.eu/background/docs/organisation_en.pdf).

Η οργάνωση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης καθιερώθηκαν με απόφαση του Συμβουλίου (http://register.consilium.europa.eu/pdf/en/10/st08/st08029.en10.pdf). Τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2010.

◘ Ευρωεκλογές – Κύπρος

Η Κύπρος μέχρι τώρα έχει συμμετάσχει σε τρεις ευρωπαϊκές εκλογές. Η πρώτη ήταν το 2004 και η δεύτερη το 2009. Οι ευρωεκλογές που διεξήχθησαν στις 25 Μαΐου 2014 ήταν οι τρίτες εκλογές για ανάδειξη μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Αυτό που αξίζει να σημειωθεί όσον αφορά τις τρεις εκλογικές διαδικασίες είναι το υψηλό ποσοστό αποχής και η συμμετοχή των πολιτών σε αυτές. Η ενεργός συμμετοχή των πολιτών στην εκλογική διαδικασία είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει όχι μόνο η Κύπρος αλλά και η ΕΕ γενικότερα.

Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που οι ευρωεκλογές του 2014 παρουσίασαν μια καινοτομία. Η καινοτομία αυτή, η οποία βασίστηκε σε σχετική σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι ότι το κάθε ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα όρισε υποψήφιο για την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος ήταν επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας. Η καινοτομία αυτή είχε ως στόχο την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της ΕΕ, την προώθηση αμεσότητας με τους πολίτες, και την ανάδειξη του πανευρωπαϊκού χαρακτήρα των εκλογών.

Η Κύπρος αντιμετώπισε θετικά τον καθορισμό υποψηφίων για τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής από τις ευρωπαϊκές πολιτικές ομάδες, εφόσον κάτι τέτοιο εντάσσεται στον ευρύτερο στόχο της ενίσχυσης της σχέσης των πολιτών με την ΕΕ αλλά και στη μείωση των ποσοστών αποχής.

http://www.elections2014.eu/el


Τελευταία Ενημέρωση στις: 21/04/2016 02:54:09 PM



No documents found