Κυπριακή Δημοκρατία

Ιστορική Αναδρομή


«....…Η γεωγραφική θέση της Κύπρου, οι στενοί δεσμοί που εδώ και περισσότερο από δύο χιλιετίες συνδέουν τη νήσο με τις ίδιες πηγές της Ευρωπαϊκής παιδείας και πολιτισμού, η ένταση της Ευρωπαϊκής επίδρασης τόσο όσον αφορά τις κοινές αξίες του κυπριακού λαού όσο και την οργάνωση της πολιτιστικής, πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής των πολιτών της, η σημασία πάσης φύσης συναλλαγών που έχει αναπτύξει με την Κοινότητα, προσδίδουν αναμφισβήτητα ευρωπαϊκό χαρακτήρα και ταυτότητα στην Κύπρο και επιβεβαιώνουν τον προορισμό της να αποτελέσει μέρος της Κοινότητας».


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 1993 στην αίτηση της Κύπρου να καταστεί μέλος της ΕΕ.

Η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας συνήψε Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΟΚ στις 19 Δεκεμβρίου 1972, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1973. Η πλήρης εφαρμογή της Συμφωνίας αυτής, η οποία είχε δύο φάσεις, θα οδηγούσε σε Τελωνειακή Ένωση μέσα σε περίοδο δέκα χρόνων. Σκοπός της Συμφωνίας, η οποία περιλάμβανε διευθετήσεις για το εμπόριο, την οικονομική και τεχνική συνεργασία, οι οποίες θα εφαρμόζονταν προς όφελος ολόκληρου του πληθυσμού της Κύπρου, ήταν η εδραίωση και επέκταση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Οι κυριότερες πρόνοιες της πρώτης φάσης της Συμφωνίας προέβλεπαν τη σταδιακή μείωση των εισαγωγικών δασμών στα βιομηχανικά αγαθά και γεωργικά προϊόντα. Η φάση αυτή θα έληγε τον Ιούνιο του 1977, αλλά παρατάθηκε μέχρι το τέλος του 1987 όταν υπογράφηκε Συμπληρωματικό Πρωτόκολλο για την εφαρμογή του δεύτερου σταδίου.

Το Πρωτόκολλο αυτό, το οποίο επρόκειτο να ανοίξει το δρόμο για τη σταδιακή υλοποίηση των στόχων της Τελωνειακής Ένωσης, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988. Σε πρώτο στάδιο προνοούσε μείωση, από μέρους της Κύπρου, των τελωνειακών δασμών και ποσοτικές μειώσεις στα βιομηχανικά προϊόντα (με την εξαίρεση των πετρελαϊκών προϊόντων και 15 κατηγορίες ευαίσθητων προϊόντων) και σε 43 γεωργικά προϊόντα που καλύπτονται από τη Συμφωνία, την υιοθέτηση από την Κύπρο του Κοινού Τελωνειακού Δασμολογίου της Ένωσης και την εναρμόνιση των συνοδευτικών πολιτικών αναφορικά με τον ανταγωνισμό, τις κρατικές ενισχύσεις και τη σύγκλιση των νόμων.

Το δεύτερο στάδιο του Πρωτοκόλλου προέβλεπε την κατάργηση των υπόλοιπων περιορισμών στο εμπόριο για προϊόντα που περιλαμβάνονται στη Τελωνειακή Ένωση, την ελεύθερη και απεριόριστη διακίνηση βιομηχανικών και γεωργικών προϊόντων και την υιοθέτηση των συνοδευτικών πολιτικών, που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της τελωνειακής ένωσης. Όμως, ενόψει της έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων τον Μάρτιο του 1998, θεωρήθηκε αχρείαστη η έναρξη πρόσθετων διαπραγματεύσεων για την εφαρμογή του δεύτερου σταδίου.

Από το 1977 η Κύπρος και η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα υπέγραψαν τέσσερα πρωτόκολλα για οικονομική και τεχνική συνεργασία που προέβλεπαν οικονομική βοήθεια ύψους 210 εκ. ECU. Αυτή η βοήθεια περιλάμβανε δάνεια, επιχορηγήσεις, ειδικά δάνεια και συμβολή στην αντιμετώπιση δημιουργίας κεφαλαίων υψηλού κινδύνου.

Το συνολικό ποσό των δύο πρώτων Χρηματοδοτικών Πρωτοκόλλων (30 και 40 εκ. ECU αντίστοιχα) χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση έργων αναπτυξιακής υποδομής στην Κύπρο, όπως το Αποχετευτικό Σχέδιο Λευκωσίας (Στάδιο Β), το Σχέδιο Υδατικής Ανάπτυξης και Υδατοπρομήθειας Βασιλικού – Πεντάσχοινου, το Σχέδιο Παραγωγής Ενέργειας της Δεκέλειας, το Σχέδιο του Νότιου Αγωγού (Φάση Α) και το Ρυθμιστικό Σχέδιο Λευκωσίας – αστικά έργα και κατασκευές στις οδούς Λήδρας και Ονασαγόρου στη Λευκωσία και στη Λεωφόρο Κερύνειας, στο κατεχόμενο τμήμα της Λευκωσίας.

Μέρος από τους πόρους των πιο πάνω Χρηματοδοτικών Πρωτοκόλλων χρησιμοποιήθηκε σε προγράμματα δικοινοτικού χαρακτήρα, τα οποία ήταν επωφελή και για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Το Τρίτο Χρηματοδοτικό Πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφηκε το 1989 και είχε συνολικό ύψος 62 εκ. ECU, χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων στους τομείς της παραγωγής προκειμένου να διευκολυνθεί η προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες ανταγωνισμού, οι οποίες θα προέκυπταν από το Πρωτόκολλο για Τελωνειακή Ένωση μεταξύ Κύπρου και ΕΚ.

Το Τέταρτο Χρηματοδοτικό Πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράφηκε το 1995 και αρχικά κάλυπτε την περίοδο μέχρι το τέλος του 1998. Προέβλεπε οικονομική βοήθεια συνολικού ύψους 74 εκ. ECU υπό μορφή δανείων (50 εκ. ECU), χορηγιών (22 εκ. ECU) και κεφάλαια υψηλού κινδύνου (2 εκ. ECU). Ο στόχος του πρωτοκόλλου αυτού ήταν η χρηματοδότηση προγραμμάτων, τα οποία προάγουν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Κύπρου, καθώς και προγράμματα τα οποία διευκολύνουν τη μετάβαση της κυπριακής οικονομίας, ενόψει της προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στις 10 Μαρτίου 1999 υπογράφηκε Συμπληρωματικό Πρωτόκολλο για την παράταση του Τέταρτου Χρηματοδοτικού Πρωτόκολλου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999. Η παράταση στόχευε να δώσει την ευκαιρία για εκταμίευση ολόκληρης της επιχορήγησης του Τέταρτου Χρηματοδοτικού Πρωτόκολλου για σκοπούς εναρμόνισης, τεχνικής βοήθειας και προς υποστήριξη των προσπαθειών για μια γενική διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος.

Τα προγράμματα, τα οποία εγκρίθηκαν για χρηματοδότηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Τέταρτου Χρηματοδοτικού Πρωτόκολλου και χαρακτηρίστηκαν ως «δικοινοτικά», ήταν τα ακόλουθα:

1. Ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών.
2. Μετάφραση τμημάτων του κοινοτικού κεκτημένου στην τουρκική γλώσσα.

Τον Μάρτιο του 2000 το Συμβούλιο Υπουργών ενέκρινε τον «Κανονισμό για την Εφαρμογή της Προενταξιακής Στρατηγικής της Κύπρου και της Μάλτας» (2000-2004). Ο Κανονισμός 555/2000 προέβλεπε την παραχώρηση 57 εκ. ευρώ στην Κύπρο, με σκοπό τη διευκόλυνση της εφαρμογής της προενταξιακής στρατηγικής της χώρας.

Τα προγράμματα, τα οποία χρηματοδοτήθηκαν από τους πόρους του Χρηματοδοτικού Κανονισμού, εμπίπτουν στις πρόνοιες του Συνεταιρισμού Προσχώρησης και του Εθνικού Προγράμματος για την Υιοθέτηση του Κεκτημένου. Στον Κανονισμό συμπεριλήφθηκε επίσης ειδική διάταξη για τη χρηματοδότηση «δικοινοτικών» προγραμμάτων, τα οποία θα διευκόλυναν την ανάπτυξη στενότερων σχέσεων μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Τα δικοινοτικά προγράμματα, τα οποία εγκρίθηκαν για τα έτη 2000 και 2001, περιλάμβαναν την αναζωογόνηση της παλιάς πόλης της Λευκωσίας και στις δύο πλευρές της γραμμής κατάπαυσης του πυρός, την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των συντεχνιών στην Κύπρο καθώς και στρατηγική επικοινωνίας που απέβλεπε στην εκπαίδευση του κοινού.

Στις 4 Ιουλίου 1990, η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση για να καταστεί μέλος της τότε ΕΟΚ. Μετά από εκτεταμένη μελέτη της αίτησης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τη γνωμοδότηση της (Avis) για την αίτηση της Κύπρου στις 30 Ιουνίου 1993, η οποία αναγνώριζε την ευρωπαϊκή ταυτότητα και χαρακτήρα της νήσου, καθώς επίσης και τον προορισμό της να αποτελέσει μέρος της Κοινότητας. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής επιβεβαίωνε επίσης ότι η Κύπρος ικανοποιεί τα κριτήρια για ένταξη και ότι είναι κατάλληλη για να γίνει μέλος.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υιοθέτησε πλήρως τη γνωμοδότηση στις 4 Οκτωβρίου 1993, δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι: «Το Συμβούλιο υποστήριξε την προσέγγιση της Επιτροπής, η οποία πρότεινε, χωρίς να αναμένει για μια ειρηνική, ισοζυγισμένη και μόνιμη λύση του Κυπριακού προβλήματος, όπως χρησιμοποιήσει όλα τα προσφερόμενα από την Συμφωνία Σύνδεσης μέσα για να βοηθήσει, σε στενή συνεργασία με την Κυπριακή Κυβέρνηση, την οικονομική, κοινωνική και πολιτική μετάβαση της Κύπρου προς ενσωμάτωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Οι ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, τις οποίες ξεκίνησε η Επιτροπή με την Κύπρο στο πλαίσιο της γνωμοδότησης, άρχισαν το 1993 και ολοκληρώθηκαν το 1995. Η Κυπριακή Κυβέρνηση συνέστησε 23 ομάδες εργασίας. Η κάθε ομάδα είχε την ευθύνη να ενημερωθεί για διαφορετικό κεφάλαιο του κοινοτικού κεκτημένου, με το οποίο η Κύπρος έπρεπε να εναρμονίσει τη νομοθεσία της και να την προσαρμόσει προς αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις 24 Ιουνίου 1994 στην Κέρκυρα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σημείωσε ότι η επόμενη φάση διεύρυνσης της Ένωσης θα περιελάμβανε την Κύπρο και την Μάλτα. Αυτό επαναβεβαιώθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Έσσεν το 1994.

Στις 6 Μαρτίου 1995, το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων καθόρισε ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Κύπρο θα άρχιζαν έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1996, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματά της.

Ανάλογα, διατυπώθηκε μια προενταξιακή στρατηγική για να προετοιμάσει την Κύπρο για την ένταξη της στην ΕΕ, η οποία προέβλεπε την καθιέρωση ενός δομημένου διαλόγου μεταξύ των δύο πλευρών. Ο διάλογος αυτός, ο οποίος περιελάμβανε επίσης πολιτικό διάλογο σε όλα τα επίπεδα, βοήθησε ιδιαίτερα τη Κύπρο στην εναρμόνιση της νομοθεσίας, των πολιτικών και πρακτικών της με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ως επίσης και στην ετοιμασία της για ομαλή μετάβαση προς την ένταξη. Επίσης, η Κύπρος ήταν σε θέση να συμμετάσχει πλήρως σε ορισμένα Κοινοτικά Προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων του Leonardo Da Vinci, του Socrates και της Νεολαίας για την Ευρώπη.

Η απόφαση της 6ης Μαρτίου 1995 έδωσε νέα ώθηση στις σχέσεις της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση και έφερε την προοπτική ένταξης πιο κοντά στην υλοποίηση, ενώ ταυτόχρονα η ΕΕ προετοιμαζόταν για την επόμενη διεύρυνση.

Εξετάζοντας τις πιθανές επιπτώσεις της περαιτέρω διεύρυνσης της ΕΕ, η Επιτροπή εξέδωσε στις 15 Ιουλίου 1997 την «Ατζέντα 2000». Πρόκειται για έγγραφο το οποίο, εκτός από τις προτάσεις για τη μελλοντική ανάπτυξη των πολιτικών της Ένωσης, περιελάμβανε επίσης ειδικές αναφορές σχετικά με την κατάσταση στην Κύπρο. Η Επιτροπή επαναβεβαίωσε τη γνωμοδότηση του 1993, προσθέτοντας ότι: «…το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο σημαίνει ότι αυτές μπορούν να αρχίσουν πριν από την εξεύρεση πολιτικής διευθέτησης. Αν δεν σημειωθεί πρόοδος προς την κατεύθυνση διευθέτησης πριν από την προγραμματιζόμενη έναρξη των διαπραγματεύσεων, θα πρέπει να αρχίσουν με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως τη μόνη αρχή που αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο».

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου το Δεκέμβριο του 1997 αποφασίστηκε η έναρξη νέας διαδικασίας διεύρυνσης με δέκα υποψήφιες χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, καθώς και με την Κύπρο, η οποία περιλάμβανε ενισχυμένη προενταξιακή στρατηγική και ειδική προενταξιακή βοήθεια για τις αιτήτριες χώρες. Επιπλέον, αποφασίστηκε η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο, την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τσεχία, την Εσθονία και τη Σλοβενία. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 31 Μαρτίου 1998.

Το Μάρτιο του 1998 ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Γιώργος Βασιλείου διορίστηκε Επικεφαλής της Διαπραγματευτικής Ομάδας της Κύπρου για την ένταξη στην ΕΕ και Συντονιστής της διαδικασίας εναρμόνισης. Τον ίδιο μήνα η κυπριακή κυβέρνηση κάλεσε τους Τουρκοκυπρίους να διορίσουν αντιπροσώπους ως πλήρη μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Η πρόσκληση αυτή, η οποία επικυρώθηκε από τα κράτη-μέλη της ΕΕ, απορρίφθηκε από την τουρκοκυπριακή πλευρά.

Το πρώτο στάδιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο, οι οποίες άρχισαν στις 3 Απριλίου 1998, αφορούσαν τη διαδικασία αναλυτικής εξέτασης του κοινοτικού κεκτημένου, μια διαδικασία γνωστή ως “screening”. Η διαδικασία σχεδιάστηκε για να καθοριστούν οι περιοχές όπου έπρεπε να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές στο κυπριακό δίκαιο, προκειμένου να εναρμονιστεί με τη νομοθεσία της ΕΕ. Η φάση των διαπραγματεύσεων για την αναλυτική εξέταση του κεκτημένου ολοκληρώθηκε το 2000 και κάλυπτε το νέο κεκτημένο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2000. Από εκείνο το σημείο η διαδικασία της αναλυτικής εξέτασης γινόταν στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Οι ουσιαστικές συζητήσεις για το κάθε κεφάλαιο του κεκτημένου άρχισαν στις 10 Νοεμβρίου 1998.

Σε επανειλημμένες Εκθέσεις Προόδου η Επιτροπή διαπίστωνε ότι η Κύπρος είχε πετύχει ικανοποιητικό βαθμό σύγκλισης με το κεκτημένο στους πλείστους τομείς και προχωρούσε προς την εγκαθίδρυση των αναγκαίων διοικητικών μηχανισμών για την εφαρμογή του κεκτημένου σε σημαντικό αριθμό τομέων. Σημείωνε επίσης ότι η Κύπρος γενικά ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις που ανέλαβε στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις και κατέληγε ότι «[…]ενόψει του επιπέδου σύγκλισης που πέτυχε η Κύπρος […] και των προηγούμενων επιδόσεών της […] στην εφαρμογή των υποχρεώσεων που ανέλαβε στις διαπραγματεύσεις, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Κύπρος μπορεί να αναλάβει τις υποχρεώσεις του μέλους μέσα στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα».

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάεκεν το Δεκέμβριο του 2001 η ΕΕ υπογράμμισε την αποφασιστικότητά της να οδηγήσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τις υποψήφιες χώρες σε επιτυχή κατάληξη μέχρι το τέλος του 2002, προκειμένου οι χώρες αυτές να μπορέσουν να λάβουν μέρος στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2004 ως μέλη. Τονίστηκε επίσης ότι οι υποψήφιες χώρες θα εξακολουθήσουν να τυγχάνουν αξιολόγησης με βάση τα δεδομένα της καθεμιάς, σύμφωνα με την αρχή της διαφορετικότητας. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε με την Έκθεση της Επιτροπής, η οποία θεωρούσε ότι αν διατηρείτο ο υφιστάμενος ρυθμός προόδου των διαπραγματεύσεων και μεταρρυθμίσεων στα υποψήφια κράτη, η Κύπρος, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Σλοβακία, η Τσεχία και η Σλοβενία θα μπορούσαν να ήταν έτοιμες προς ένταξη εντός αυτού του χρονοδιαγράμματος.

To Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Σεβίλλης (21-22 Ιουνίου 2002) επαναβεβαίωσε την αποφασιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ολοκληρώσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με Κύπρο, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ουγγαρία, Τσεχία, Λιθουανία, Λετονία και Εσθονία μέχρι το τέλος του 2002, εφόσον οι χώρες αυτές ήταν έτοιμες, και επαναλάμβανε ότι ο αντικειμενικός στόχος παρέμενε ότι οι χώρες αυτές θα έπρεπε να συμμετάσχουν στις εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο το 2004 ως πλήρη μέλη.

Η διεύρυνση αποτελούσε σημαντικό μέρος των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών που έγινε μεταξύ 24 και 25 Οκτωβρίου 2002 υπό την Προεδρία της Δανίας. Στα Συμπεράσματα της Προεδρίας, το Συμβούλιο «υποστηρίζει τα πορίσματα και τις συστάσεις της Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες η Κύπρος, η Τσεχία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία πληρούν τα πολιτικά κριτήρια και θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τα οικονομικά κριτήρια και να αναλάβουν τις υποχρεώσεις του μέλους από τις αρχές του 2004». Η Ένωση επαναβεβαίωσε επίσης την αποφασιστικότητά της να ολοκληρώσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τις χώρες αυτές στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης στις 12-13 Δεκεμβρίου 2002 και να υπογράψει τη Συνθήκη Προσχώρησης στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2003.

Η μακρά και επίπονη διαδικασία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ολοκληρώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης (Δεκέμβριος 2002), όπου λήφθηκε η ιστορική απόφαση να γίνουν δεκτές η Κύπρος και οι άλλες εννέα υποψήφιες χώρες ως πλήρη μέλη της Ένωσης, από την 1η Μαΐου 2004.

«Η σημερινή μέρα αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό ορόσημο στη συμπλήρωση της διαδικασίας, με την κατάληξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο, Τσεχία, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβακία και τη Σλοβενία. Η Ένωση αναμένει τώρα να υποδεχτεί τα κράτη αυτά ως μέλη από την 1η Μάιου 2004. Αυτό το επίτευγμα μαρτυρεί την κοινή αποφασιστικότητα των λαών της Ευρώπης να συσπειρωθούν σε μια Ένωση, η οποία να καταστεί η κινητήρια δύναμη για ειρήνη, δημοκρατία, σταθερότητα και ευημερία στην ήπειρό μας. Ως πλήρη μέλη μιας Ένωσης βασισμένης στην αλληλεγγύη, τα κράτη αυτά θα διαδραματίσουν πλήρη ρόλο στη διαμόρφωση της περαιτέρω ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού προγράμματος».

«Με την επιτυχή ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, η Ένωση έχει τιμήσει τη δέσμευσή της ότι τα δέκα υπό ένταξη κράτη θα μπορέσουν να συμμετάσχουν στις εκλογές του 2004 για το Ευρωκοινοβούλιο ως μέλη. Η Συνθήκη Προσχώρησης θα ορίζει ότι Επίτροποι από τα νέα Κράτη Μέλη θα γίνουν μέλη της υφιστάμενης Επιτροπής από την ημέρα της ένταξης την 1η Μάιου 2004. Μετά το διορισμό του Προέδρου της Επιτροπής από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το νεοεκλεγέν Ευρωκοινοβούλιο θα εγκρίνει τη νέα Επιτροπή, η οποία θα πρέπει να αναλάβει τα καθήκοντά της την 1η Νοεμβρίου 2004. Κατά την ίδια ημερομηνία, οι διατάξεις που περιέχονται στη Συνθήκη της Νίκαιας αναφορικά με την Επιτροπή και την ψηφοφορία στο Συμβούλιο θα τεθούν σε ισχύ. Οι απαραίτητες διαβουλεύσεις με το Ευρωκοινοβούλιο για τα θέματα αυτά θα ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου 2003. Οι πιο πάνω διευθετήσεις θα εγγυώνται την πλήρη συμμετοχή των νέων Κρατών Μελών στο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης».

«Η παρούσα διεύρυνση προσφέρει τη βάση για μια Ένωση με ισχυρές προοπτικές για αειφόρο ανάπτυξη και σημαίνοντα ρόλο στην εδραίωση της σταθερότητας, της ειρήνης και της δημοκρατίας στην Ευρώπη και πέρα από αυτή. Σύμφωνα με τις εθνικές τους διαδικασίες επικύρωσης, τα υφιστάμενα και υποψήφια Κράτη καλούνται να επικυρώσουν έγκαιρα τη Συνθήκη, προκειμένου να τεθεί σε ισχύ από την 1η Μαΐου 2004».

Στις 16 Απριλίου 2003 ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος υπέγραψε τη Συνθήκη Προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η υπογραφή της ιστορικής αυτής συνθήκης, η οποία πραγματοποιήθηκε σε ειδική τελετή στην Αθήνα, αντιπροσωπεύει τον ακρογωνιαίο λίθο της πορείας της Κύπρου προς την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτελεί γεγονός ορόσημο στη σύγχρονη ιστορία της. Ταυτόχρονα αποτελεί το επιστέγασμα της μακράς προσπάθειας της Κύπρου να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας στην οποία πάντοτε ανήκε γεωγραφικά, ιστορικά, πολιτιστικά, οικονομικά και πολιτικά.

Σε δήλωση κατά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης, ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος δήλωσε:

«Η υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης αποτελεί μεγάλη και ιστορική στιγμή που σφραγίζει ανεξίτηλα τη μελλοντική πορεία της Κύπρου. Αποτελεί ταυτόχρονα το επιστέγασμα τιτάνιας προσπάθειας της κυπριακής κοινωνίας και αποτελεί το ορόσημο της αποδοχής της από μια οικογένεια, στην οποία ανήκει γεωγραφικά, ιστορικά, πολιτιστικά, οικονομικά και πολιτικά.

Το ιστορικό αυτό επίτευγμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί μέσα από το πρίσμα των ειδικών συνθηκών της Κύπρου, την τραγωδία της εισβολής και τη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή μέρους της χώρας μας και τις σοβαρές συνέπειές της».

Η Κύπρος όχι μόνο αντιμετώπισε τις κατακλυσμιαίες συνέπειες της κατοχής, αλλά σήμερα, παρά τις τεράστιες δυσκολίες και τα εμπόδια που μπήκαν στο δρόμο της, έχει καταφέρει, μέσα από τη σκληρή δουλειά, την εμμονή και την υπομονή της, να πετύχει το στόχο της ένταξης. Τώρα φιλοδοξεί να δημιουργήσει τις συνθήκες, οι οποίες θα ανατρέψουν τα δεδομένα της εισβολής, ώστε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επίτευξη ειρηνικής, διαρκούς, βιώσιμης, λειτουργικής και δίκαιης λύσης του Κυπριακού προβλήματος προς όφελος όλων των Κυπρίων, καθώς και της ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Για την επίτευξη αυτού του ιστορικού αποτελέσματος καθοριστική σημασία είχε η βοήθεια και η στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης, της πολιτικής ηγεσίας και του ελληνικού λαού. Η Κύπρος χρωστά ευγνωμοσύνη προς όλα τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Επιτροπή και το Ευρωκοινοβούλιο.

Από τούδε και στο εξής η Κύπρος έχει τη δυνατότητα να προσφέρει σε όλους τους πολίτες της, περιλαμβανομένων των Τουρκοκυπρίων, όχι μόνο συνθήκες ειρήνης, μεγαλύτερης ασφάλειας και σεβασμού των δικαιωμάτων όλων, αλλά επίσης το όραμα, τις προσδοκίες και τις τεράστιες προοπτικές, οι οποίες ανοίγονται με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Κύπρου διεξήχθησαν σε θετικό και εποικοδομητικό κλίμα. Η Κύπρος ήταν πάντοτε μπροστά από όλες τις υποψήφιες χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις και έχει επανειλημμένα λάβει επαίνους και συγχαρητήρια από αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον υποδειγματικό τρόπο που διεξήγε τις διαπραγματεύσεις.

Όλα αυτά τα χρόνια η εναρμονιστική εργασία προχώρησε με αρκετά ικανοποιητικό ρυθμό και η κυπριακή κοινωνία προέβη σε όλες τις αναγκαίες θυσίες, προκειμένου να είναι έτοιμη για την ενσωμάτωση στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Ο κρατικός μηχανισμός, σε στενή και αρμονική συνεργασία με τη Βουλή των Αντιπρόσωπων και τις οργανωμένες κοινωνικές ομάδες, στρατολογήθηκε στην υπηρεσία για την ολοκλήρωση αυτού του φιλόδοξου έργου».

Η Κύπρος επικύρωσε τη Συνθήκη Προσχώρησης στις 14 Ιουλίου 2003 και μέχρι την ένταξή της συμμετείχε στις εργασίες και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ενεργός παρατηρητής. Την 1η Μαΐου 2004 η Κύπρος κατέστη πλήρες Κράτος Μέλος της ΕΕ μαζί με τις άλλες εννέα υποψήφιες χώρες – την Τσεχία, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβακία και Σλοβενία. (Διαβάστε εδώ το πλήρες κείμενο της Διακήρυξης της Αθήνας).

Με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 η κυβέρνηση της Δημοκρατίας ανέλαβε την υποχρέωση να ενταχθεί στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση και να υιοθετήσει το ευρώ μόλις πληρωθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις.

Από την 1η Ιανουαρίου 2008 η Κύπρος εντάχθηκε στη ζώνη του ευρώ και υιοθέτησε το ευρώ ως το εθνικό της νόμισμα.

Την 1η Ιουλίου 2012 η Κύπρος αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έξι μήνες για πρώτη φορά μετά την ένταξή της, ένα σημαντικό ορόσημο για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπουμε στην επίσημη ιστοσελίδα της κυπριακής προεδρίας: http://www.cy2012eu.gov.cy



Τελευταία Ενημέρωση στις: 21/04/2016 02:52:07 PM



No documents found