Κυπριακή Δημοκρατία

Παράνομες Δημογραφικές Αλλαγές


Από τότε που εισέβαλε στην Κύπρο το 1974, η Τουρκία εφαρμόζει μια συστηματική πολιτική εποικισμού του κατεχομένου τμήματος της Κύπρου, από το οποίο εκδίωξε 170,000 Ελληνοκύπριους. Οι κύριοι στόχοι της Τουρκίας για την υιοθέτηση αυτής της πολιτικής εποικισμού του κατεχόμενου μέρους της Κύπρου φαίνεται να είναι οι ακόλουθοι:

  1. Η αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα και η αλλοίωση της πληθυσμιακής ισορροπίας στο νησί μεταξύ των Τούρκων και Ελλήνων της νήσου, ώστε να δικαιολογήσει τις απαιτήσεις της Τουρκικής πλευράς σχετικά με την εδαφική και συνταγματική πτυχή του Κυπριακού προβλήματος.
  2. Το εθνικό ξεκαθάρισμα της κατεχόμενης περιοχής και η μαζική μεταφορά Τούρκων από την Τουρκία. Η πολιτική αυτή, σε συνδυασμό με την εκδίωξη των Ελληνοκυπρίων κατοίκων της περιοχής, την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς και την παράνομη αλλαγή των γεωγραφικών ονομάτων στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, στοχεύουν στην εξάλειψη κάθε τι Ελληνικού και Χριστιανικού που υπήρχε για αιώνες και στην ‘τουρκοποίηση’ της περιοχής.
  3. Η αλλαγή του ισοζυγίου δυνάμεων στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και ο επηρεασμός των εκλογών (Σημείωση 1), ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση της Τουρκοκυπριακής ηγεσίας με την πολιτική της Τουρκικής Κυβέρνησης. Ο έλεγχος της πολιτικής ζωής των κατεχομένων περιοχών. Για το σκοπό αυτό, στους έποικους έχει δοθεί ‘ιθαγένεια’, ελληνοκυπριακές περιουσίες, ‘εκλογικά δικαιώματα’, και άδειες εργασίας. Είναι οργανωμένοι σε πολιτικά κόμματα, τα κυριότερα των οποίων είναι το ‘Κόμμα Εθνικής Δικαιοσύνης’, και το ‘Κόμμα Εθνικής Ανανέωσης’. Συμμετέχουν επίσης σε άλλα πολιτικά κόμματα και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή.
  4. Ο έλεγχος και η χειραγώγηση της πολιτικής θέλησης των Τουρκοκυπρίων (ακόμα και μετά τη λύση).
  5. Η ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας της Τουρκίας στο νησί, με τη διάθεση επιπρόσθετων εκπαιδευμένων εφεδρειών για τις δυνάμεις κατοχής στην Κύπρο.
  6. Ο επηρεασμός μιας δίκαιης λύσης του Κυπριακού προβλήματος με τη δημιουργία νέων τετελεσμένων γεγονότων, των οποίων η ανατροπή να αποδειχθεί πρακτικά δύσκολη.

Ο πρόδηλος στόχος της Τουρκίας είναι να αφομοιώσει το τμήμα της Κύπρου που κατέχει και τελικά να το προσαρτήσει.

Σε συνέντευξή του στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα ‘Βατάν’ (24/10/05) ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ παραδέχεται την πολιτική του εποικισμού. Δήλωσε ότι «υπήρξαν φορές που η υπηκοότητα της ΤΔΒΚ δινόταν ακόμα και μέσα σε εστιατόρια. Υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ δεν ήρθαν στην Κύπρο κι όμως τους δόθηκε ‘υπηκοότητα’.

Σύμφωνα με πληροφορίες που επιβεβαιώθηκαν τόσο από τον τουρκικό όσο και τον τουρκοκυπριακό τύπο, οι έποικοι είτε προέρχονται από την Τουρκία είτε είναι τουρκικής προέλευσης (όπως Τουρκόφωνοι Βούλγαροι).

Ο εποικισμός της κατεχόμενης περιοχής παραβιάζει τα περιουσιακά δικαιώματα των εκτοπισμένων Ελληνοκυπρίων, των οποίων οι περιουσίες χρησιμοποιούνται για να στεγάσουν τους έποικους. Σύμφωνα με την τουρκοκυπριακή εφημερίδα ‘Αβρούπα’, (26.3.2001), από το 1974 έχουν δοθεί 34,000 τίτλοι ιδιοκτησίας σε έποικους από την Τουρκία. Η γη αυτή καλύπτει περισσότερη από τη μισή έκταση της βόρειας Κύπρου, αναφέρει το δημοσίευμα.

Η συνεχής εισροή εποίκων από την Τουρκία στην κατεχόμενη περιοχή πραγματοποιείται παράλληλα με τη συνεχή φυγή αυτοχθόνων Τουρκοκυπρίων (Σημείωση 2), των οποίων ο συνολικός αριθμός το 1974 έφθανε τις 118,000, ήτοι το 18% του πληθυσμού της Κύπρου. Μια φυσιολογική αύξηση του πληθυσμού από το 1974 θα έφερνε τους Τουρκοκυπρίους στις 156,000 (τέλος 2004). Δημογραφική ανάλυση και εξέταση στατιστικών δεδομένων για τις αφίξεις και αναχωρήσεις Τουρκοκυπρίων, καθώς και Τούρκων από την Τουρκία, δείχνουν καθαρά τη διαδεδομένη τάση μετανάστευσης των γηγενών Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι αντικαθίστανται συστηματικά από ακόμα μεγαλύτερο αριθμό Τούρκων εποίκων. Σύμφωνα με στατιστικές αποδείξεις, δημοσιεύματα και δηλώσεις Τουρκοκυπρίων πολιτικών, οι Τουρκοκύπριοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν σαν αποτέλεσμα της ανεργίας, οικονομικής, κοινωνικής και ηθικής υποβάθμισης και την πίεση από τους Τούρκους έποικους, που χαίρουν προνομιακής μεταχείρισης. Υπολογίζεται ότι άνω των 57,000 Τουρκοκυπρίων έχουν ήδη μεταναστεύσει (μέχρι το τέλος του 2004), αριθμός ο οποίος αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο όλων των Τουρκοκυπρίων. Οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι έχουν καταντήσει μειονότητα στην κατεχόμενη περιοχή, θύματα της πολιτικής του εποικισμού από την Τουρκία.

Σήμερα οι Τούρκοι έποικοι (υπολογίζονται σε πάνω από 160,000 (Σημείωση 3) ξεπερνούν κατά πολύ τους Τουρκοκύπριους (υπολογίζονται στις 88,000 (Σημείωση 4), οι οποίοι έχουν επίσης χαμηλότερους ρυθμούς αναπαραγωγής σε σύγκριση με τους έποικους από την Τουρκία. Επιπρόσθετα, τα στρατεύματα που σταθμεύουν στην κατεχόμενη περιοχή υπολογίζονται σε πάνω από 43,000. Ήτοι, υπάρχουν τουλάχιστον 200,000 μη Τουρκοκύπριοι ή περισσότεροι από δύο Τούρκοι για κάθε Τουρκοκύπριο.

Στις 12 Οκτωβρίου 2004, σαν μέρος της τελευταίας απόπειρας εδραίωσης του ήδη εξαιρετικά μεγάλου αριθμού εποίκων στην Κύπρο, ανακοινώθηκε η υπογραφή ενός ‘πρωτοκόλλου’ μεταξύ της Τουρκίας και της υποτελούς τοπικής διοίκησης, της ούτω-καλούμενης ‘Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου’. Σύμφωνα με το ‘πρωτόκολλο’, σε όλους τους Τούρκους υπηκόους που βρίσκονταν και απασχολούνταν στην τουρκοκρατούμενη περιοχή χωρίς την άδεια της ‘ΤΔΒΚ’ θα παραχωρείτο τάχιστα ‘διαμονή’ και ‘άδεια εργασίας’ , εφόσον θα είχαν εισέλθει στην κατεχόμενη περιοχή πριν από την ημερομηνία κατά την οποία οι πρόνοιες του ‘πρωτοκόλλου’ είχαν τεθεί σε ισχύ, χρησιμοποιώντας τουλάχιστον την ταυτότητά τους. Επιπλέον, η Τουρκική Κυβέρνηση δεν διευκολύνει πια οικονομικά την επανεγκατάσταση των Τούρκων εποίκων, που θέλουν αλλά δεν διαθέτουν τους πόρους για επιστροφή στην Τουρκία. Απαιτείται περαιτέρω όπως η Τουρκική ‘πρεσβεία’ ενημερώνεται εκ των προτέρων για οποιοδήποτε επαναπατρισμό. Η δημοσίευση του εν λόγω ‘πρωτοκόλλου’ ενίσχυσε τον κατακλυσμό του τουρκοκρατούμενου βορρά με άλλες 40,000 Τούρκους σε ένα μόνο χρόνο.

Η τουρκοκυπριακή εφημερίδα ‘ΧΑΛΚΙΝ ΣΕΣΙ’ (30/12/05) ανέφερε ότι στην περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 2004 και Νοεμβρίου 2005 παραχωρήθηκε ‘άδεια εργασίας’ σε 44,267 πρόσωπα, 37,241 σε «αιτητές πρώτης φοράς». Η εφημερίδα δημοσίευσε τον πιο κάτω πίνακα:

Πίνακας ‘αδειών εργασίας’ που εκδόθηκαν το 2000-2005

Έτος
Σύνολο
Πρώτη έκδοση
Ανανέωση
2000 6113 4661 1502
2001 5311 3942 1837
2002 5828 3521 2307
2003 6948 4124 2374
2004 12429 9656 2773
2005 42779 36200 6579

Μία μαρτυρία της πολιτικής του εποικισμού αποτελεί η ριζική αύξηση του αριθμού των «εγγεγραμμένων ψηφοφόρων». Από το 1976 (πρώτη εκλογική διαδικασία μετά την Τουρκική εισβολή και κατοχή τμήματος του νησιού και την εκδίωξη του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού από τις κατεχόμενες περιοχές), ο αριθμός των «εγγεγραμμένων ψηφοφόρων» έχει σχεδόν διπλασιαστεί:

ΕΤΟΣ
ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΙ ΨΗΦΟΦΟΡΟΙ
197675,781
198184,693
198594,277
1990103,100
1995113,398
2000126,678
2005 (Φεβ.)147,249
2005(Απρ.)147,823
2006 (Μάιος)151,635

Από τους 50 λεγόμενους «βουλευτές», οι δύο είναι έποικοι. Άνκαι ο αριθμός αυτός δεν αντιπροσωπεύει την εκλογική δύναμη των εποίκων, είναι ενδεικτικός της ικανότητάς τους να επηρεάζουν τις εκλογές.

Από τους 28 λεγόμενους «δημάρχους» στις κατεχόμενες περιοχές, πέντε είναι έποικοι (Ιούλιος 2006)

Ένας από τους κύριους λόγους για την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν ήταν ότι το Σχέδιο θα είχε νομιμοποιήσει τη συνεχιζόμενη παρουσία της τεράστιας πλειοψηφίας των Τούρκων εποίκων, περιελάμβανε δε πρόνοιες που θα επέτρεπαν να συνεχιστεί η εισροή Τούρκων υπηκόων στην Κύπρο.

Το Σύνταγμα του 1960

Η πολιτική του εποικισμού που ακολουθεί η Τουρκία στην Κύπρο αντίκειται στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, που υπέγραψαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα, η Τουρκία και η Κυπριακή Δημοκρατία. Το Παράρτημα Δ της Συνθήκης διέπει την ιθαγένεια της Κύπρου και καθιστά αδύνατο και παράνομο για τη μια ή την άλλη Κοινότητα να διαταράξει τη δημογραφική ισορροπία, φέρνοντας μεγάλο αριθμό Τούρκων ή Ελλήνων με τον ισχυρισμό ότι είναι Ελληνοκυπριακής ή Τουρκοκυπριακής καταγωγής και άρα δικαιούνται να έρθουν στην Κύπρο. Το Άρθρο 4 παράγραφος 7, επιβάλλει ποσοστώσεις στην παραχώρηση υπηκοότητας σε πρόσωπα που είχαν μεταναστεύσει στην Ελλάδα, την Τουρκία ή τη Βρετανική Κοινοπολιτεία, έχοντας διατελέσει κάτοικοι Κύπρου πριν από το 1955, ή που ήσαν απόγονοι Οθωμανών υπηκόων που διέμεναν στην Κύπρο το 1914.

Έποικοι και διεθνές δίκαιο

Η πολιτική του εποικισμού αντίκειται στο διεθνές δίκαιο. Το Άρθρο 49 (6) της 4ης Συνθήκης της Γενεύης του 1949 Σχετικά με τους Αμάχους εν Καιρώ Πολέμου, απαγορεύει τη μεταφορά από την κατοχική δύναμη του δικού της πληθυσμού στην περιοχή που κατέχει. Διαλαμβάνει ότι «η Κατοχική Δύναμη δεν θα απελάσει ή μεταφέρει μέρος του δικού της αμάχου πληθυσμού στο έδαφος που κατέχει».

Το Σχόλιο επί του Άρθρου 49 (6) διευκρινίζει ότι η πρόνοια αυτή στοχεύει στην απαγόρευση της δημογραφικής χειραγώγησης από μια κατοχική δύναμη που είτε μεταφέρει ενεργά το δικό της πληθυσμό στα κατεχόμενα εδάφη είτε τους επιτρέπει να εγκατασταθούν εκεί εθελοντικά.

Στη Συμβουλευτική Γνωμοδότησή του στην υπόθεση Wall της 9ης Ιουλίου 2004, το Διεθνές Δικαστήριο απεφάνθη ότι το Άρθρο 49 (6) απαγορεύει όχι μόνο τις βίαιες μεταφορές «αλλά και οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται από μια κατοχική Δύναμη για την οργάνωση ή ενθάρρυνση μεταφορών τμημάτων του ιδίου του πληθυσμού της στην κατεχόμενη περιοχή» (παράγραφος 120).

Η παραβίαση του ΄Αρθρου 49 αποτελεί σοβαρή αθέτηση των Συνθηκών της Γενεύης και επιφέρει ποινικές κυρώσεις (Άρθρα 146, 147). Θεωρείται έγκλημα πολέμου.

Το Άρθρο 85 (4)(α) του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Ι του 1977 θεωρεί τη μεταφορά από την κατοχική δύναμη τμημάτων του δικού της άμαχου πληθυσμού στο έδαφος που κατέχει ως «σοβαρή παραβίαση» της Συνθήκης.

Το Κοινό Άρθρο 1 των τεσσάρων Συνθηκών της Γενεύης και το Άρθρο 86 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου Ι στις Συνθήκες της Γενεύης 1977 επιβάλλει την υποχρέωση στα Υψηλά Συμβαλλόμενα μέρη να εφαρμόζουν τις πρόνοιές τους.

Οι παράγραφοι 158-9 της Συμβουλευτικής Γνωμοδότησης του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση Wall της 9ης Ιουλίου 2004 προνοεί ότι όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη στις Συνθήκες της Γενεύης τελούν υπό τη νομική υποχρέωση να διασφαλίσουν συμμόρφωση της κατοχικής δύναμης (στην περίπτωση της Κύπρου η κατοχική δύναμη είναι η Τουρκία) με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο όπως ενσωματώνεται στην Τέταρτη Συνθήκη της Γενεύης του 1949.

Το Άρθρο 7 (1) (δ) καθορίζει την απέλαση ή βίαιη μεταφορά πληθυσμού ως «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας», όπου «απέλαση ή βίαιη μεταφορά πληθυσμού» σημαίνει τον βίαιο εκτοπισμό των προσώπων που επηρεάζει η εκδίωξη ή άλλες καταναγκαστικές πράξεις από την περιοχή όπου βρίσκονται νόμιμα, χωρίς λόγους που επιτρέπει το διεθνές δίκαιο.

Το Άρθρο 8 (2) (β) (viii) του Καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου αναφέρει τη «μεταφορά άμεσα ή έμμεσα από την Κατοχική Δύναμη τμημάτων του άμαχου πληθυσμού της στο έδαφος που κατέχει ως «έγκλημα πολέμου».

Ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών

Στα Ψηφίσματα 33/15 (1978), 24/30 (1979), 37/253 (1983) κ.α. η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών αποδοκίμασε «όλες τις μονομερείς ενέργειες που αλλάζουν τη δημογραφική δομή της Κύπρου».

Στο Ψήφισμα 4 (ΧΧΧΙΙ) (27/2/76) η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καλεί τα μέρη να απόσχουν από μονομερείς ενέργειες που μεταβάλλουν τη δημογραφική δομή της Κύπρου και στο Ψήφισμα 1987/50 (11.3.1987) η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εκφράζει ανησυχία για την εισροή εποίκων, καλεί δε σε σεβασμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών του πληθυσμού της Κύπρου.

Η παρουσία των εποίκων επηρεάζει την εφαρμογή του δικαιώματος των προσφύγων να επιστρέψουν στα σπίτια τους, σε αντίθεση με τα πολυάριθμα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γενικής Συνέλευσης.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης

Το γεγονός ότι το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου έχει υποστεί συστηματικό εποικισμό από την Τουρκία, έχει αναφερθεί δύο φορές από την Επιτροπή Μετανάστευσης, Προσφύγων και Δημογραφίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, πρώτα το 1992 (Εισηγητής: Αλφονς Κουκό, Ισπανία) και το 2003 (Εισηγητής: Τζαάκο Λάξο, Φιλανδία).
Η έκθεση Κουκό ανέφερε συμπερασματικά ότι η δημογραφική σύνθεση της Κύπρου αλλοιώνεται ριζικά σαν αποτέλεσμα της εγκατάστασης χιλιάδων ξένων που μεταφέρονται από την Τουρκία. Χαρακτηρίζει την εγκατάσταση Τούρκων εποίκων ως αδιαμφισβήτητο γεγονός και αναφέρει σαφώς ότι η παρουσία τους αποτελεί πρόσθετο εμπόδιο στην ειρηνική επίλυση με διαπραγματεύσεις του Κυπριακού προβλήματος.

Η έκθεση αναφέρθηκε επίσης στο σοβαρό πρόβλημα που δημιούργησε η ‘πολιτογράφηση’ των εποίκων και στο γεγονός ότι υπήρξε σκόπιμη πολιτική εκ μέρους των Τουρκοκυπριακών ‘αρχών’ να «παραχωρήσουν στους Τούρκους υπηκόους Κυπριακή ιθαγένεια». Πρόσθεσε επίσης ότι οι ισχυρισμοί των «κομμάτων της αντιπολίτευσης» για κύματα ‘πολιτογράφησης’ πριν από κάθε ‘εκλογή’ είναι βάσιμοι κι ότι ο αριθμός των εποίκων δικαιολογεί την ανησυχία τους ότι η κοινότητά τους χάνει την ταυτότητά της και γίνεται μειονότητα στην κατεχόμενη περιοχή.

Η έκθεση Κουκό οδήγησε στην υιοθέτηση της Σύστασης 1197 (1991/7/10/92) http://assembly.coe.int/Main.asp?link=/Documents/AdoptedText/ta92/EREC1197.htm από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η Σύσταση περιλαμβάνει την κατάληξη ότι:
  • «καθώς οι φυσιολογικοί ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού είναι συγκρίσιμοι και στα δύο τμήματα του νησιού, η αύξηση του πληθυσμού στο βορρά θα πρέπει να οφείλεται στη σημαντική εισροή μεταναστών».
  • «Ο στόχος της πολιτικής της Τουρκοκυπριακής Διοίκησης σχετικά με τους Τούρκους μετανάστες υπήρξε η ενθάρρυνση της μόνιμης εγκατάστασής τους στο νησί. Στους μετανάστες παραχωρείται διαμονή, γη ή περιουσίες με ειδικούς όρους. Ωστόσο, το πιο σημαντικό ήταν ότι τους επετράπη η απόκτηση Κυπριακής υπηκοότητας και ως εκ τούτου πολιτικών δικαιωμάτων».
  • «Η παρουσία και πολιτογράφηση των Τούρκων μεταναστών, οι οποίοι από τη στιγμή της εγκατάστασής τους στο νησί μετατρέπονται σε έποικους, αποτελεί πρόσθετο εμπόδιο στην ειρηνική επίλυση του Κυπριακού προβλήματος μέσω διαπραγματεύσεων».

«Υπό το φως των πιο πάνω, η Συνέλευση συστήνει, μεταξύ άλλων, όπως η Επιτροπή Υπουργών δώσει οδηγίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Πληθυσμού για να διενεργήσει απογραφή πληθυσμού στο νησί».

Η Επιτροπή Μετανάστευσης, Προσφύγων και Δημογραφίας επανήλθε στο θέμα των εποίκων μια δεκαετία αργότερα, όταν ο Φιλανδός βουλευτής Τζαάκο Λάξο παρουσίασε σχετική Έκθεση (2 Μαΐου 2003) μετά που επισκέφθηκε δύο φορές την Κύπρο (5-12 Μαρτίου 2001 και 28-30 Οκτωβρίου 2002).

Με την υποβολή της Έκθεσης Λάξο, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία (68 ψήφους υπέρ, 15 κατά και 2 αποχές) Εισήγηση (1608/24/6/2003, η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων:
  • «Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η δημογραφική δομή της νήσου υφίσταται συνεχείς διαφοροποιήσεις από της ντε φάκτο διχοτόμησής της το 1974, σαν αποτέλεσμα της σκόπιμης πολιτικής της Τουρκοκυπριακής διοίκησης και της Τουρκίας. Παρά την απουσία συναίνεσης όσον αφορά τον ακριβή αριθμό, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη παραδέχονται ότι Τούρκοι υπήκοοι φθάνουν συστηματικά στο βόρειο τμήμα του νησιού. Σύμφωνα με αξιόπιστες εκτιμήσεις, ο αριθμός τους αυτή τη στιγμή φθάνει τις 115,000. Οι έποικοι προέρχονται κυρίως από την περιοχή της Ανατολίας, που είναι μια από τις λιγότερο αναπτυγμένες της Τουρκίας. Τα ήθη και τα έθιμά τους διαφέρουν σημαντικά από εκείνα της Κύπρου. Οι διαφορές αυτές είναι ο κύριος λόγος για την ένταση και τη δυσφορία του γηγενούς τουρκοκυπριακού πληθυσμού, ο οποίος τείνει να τους βλέπει ως ξένο στοιχείο.
  • Η Συνέλευση εκφράζει ιδιαίτερα την ανησυχία της για τη συνεχή φυγή του γηγενούς τουρκοκυπριακού πληθυσμού από το βόρειο μέρος. Ο αριθμός του μειώθηκε από 118,000 το 1974 σε 87,600 το 2001. Σαν συνέπεια, οι έποικοι υπερτερούν του γηγενούς τουρκοκυπριακού πληθυσμού στο βόρειο τμήμα του νησιού.
  • Υπό το φως των διαθέσιμων πληροφοριών, η Συνέλευση δεν μπορεί να αποδεχθεί τους ισχυρισμούς ότι η πλειονότητα των Τούρκων υπηκόων που έρχονται στο βόρειο τμήμα είναι εποχιακοί εργάτες ή πρώην κάτοικοι που είχαν εγκαταλείψει το νησί πριν από το 1974. Συνεπώς καταδικάζει την πολιτική της πολιτογράφησης, η οποία αποσκοπεί στην ενθάρρυνση νέων αφίξεων και την οποία εισήγαγε η Τουρκοκυπριακή διοίκηση με την πλήρη υποστήριξη της Τουρκικής κυβέρνησης.
  • Η Συνέλευση είναι πεπεισμένη ότι η παρουσία των εποίκων συνιστά μια διαδικασία συγκαλυμμένου εποικισμού και πρόσθετο και σοβαρό εμπόδιο για την ειρηνική επίλυση του Κυπριακού προβλήματος μέσω διαπραγματεύσεων.

Καταλήγοντας, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης συστήνει, μεταξύ άλλων, όπως η Επιτροπή Υπουργών:
  • «Δώσει οδηγίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Πληθυσμού να διεξαγάγει απογραφή πληθυσμού ολόκληρης της νήσου, σε συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες αρχές, ώστε να αντικαταστήσει τους υπολογισμούς με αξιόπιστα δεδομένα».
  • «Καλεί την Τουρκία, καθώς και την Τουρκοκυπριακή υποτελή διοίκηση στη βόρεια Κύπρο, να σταματήσει τη διαδικασία εποικισμού με Τούρκους εποίκους».
  • «Καλεί την Τουρκία να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφορικά με τα περιουσιακά δικαιώματα στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου».
  • «Προωθήσει την ιδέα της δημιουργίας, με τη συνεισφορά της διεθνούς κοινότητας, ενός Ταμείου το οποίο θα διασφάλιζε τη χρηματοδότηση πιθανής εθελοντικής επιστροφής των Τούρκων εποίκων στην Τουρκία».

Όπως και με την Εισήγηση 1197 (1992), η Εισήγηση 1608 http://assembly.coe.int/Main.asp?link=/Documents/AdoptedText/ta03/EREC1608.htm) αγνοήθηκε από την Τουρκία.

Στην έκθεσή τους για την Τοπική Δημοκρατία στην Κύπρο [CPL (12) 8 Part II] προς το Επιμελητήριο Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Συμβουλίου της Ευρώπης (10 Νοεμβ. 2005), οι Εισηγητές Δρ Ίαν Μικάλεφ (Μάλτα) και Άλαν Λόυντ (ΗΒ), αναφέρουν ότι:

«13. …Σημαντικός αριθμός εποίκων από τη μητροπολιτική Τουρκία έχουν μεταφερθεί στην κατεχόμενη περιοχή από το 1974 και εγκατασταθεί σε πόλεις και χωριά απ’ όπου οι εκτοπισμένοι Ελληνοκύπριοι είχαν εκδιωχθεί … κάποιοι από τους τοπικούς αντιπροσώπους στην περιοχή η οποία δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης προέρχονται από αυτή την κατηγορία του πληθυσμού, πράγμα το οποίο περιπλέκει σοβαρά το ζήτημα. Αυτή τη στιγμή, από τους τοπικούς αντιπροσώπους των 28 «δήμων» σ’ εκείνη την περιοχή οι έξι είναι Τούρκοι έποικοι, επικεφαλής των «δήμων» που στη συντριπτική πλειοψηφία τους κατοικούνταν από Ελληνοκύπριους πριν από το 1974…»

Η πρόσφατη ενέργεια του παράνομου καθεστώτος να καταμετρήσει τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονται στην κατεχόμενη περιοχή, δεν αποτελεί απογραφή πληθυσμού στα πλαίσια των Ψηφισμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ενέργεια περιγράφεται από την Τουρκοκυπριακή εφημερίδα ΒΟΛΚΑΝ (03.05.06) ως «φιάσκο», στόχος του οποίου ήταν η καταγραφή των παράνομων Τούρκων εποίκων στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.

Η δήθεν «απογραφή», την οποία δεν παρακολούθησαν διεθνείς οργανώσεις λόγω της μη νομιμότητας του καθεστώτος που τη διεξήγαγε, είναι σε μεγάλο βαθμό αναξιόπιστη. Ο Τουρκοκυπριακός τύπος δημοσιεύει την παραδοχή του κ. Ταλάτ ότι υπήρξαν τεχνικά προβλήματα κατά την απογραφή, ενώ ο τουρκοκυπριακός τύπος αναφέρει μεγάλο αριθμό ατόμων που δεν καταμετρήθηκαν, «κυρίως στην κατεχόμενη Λευκωσία και την Αμμόχωστο (Σημείωση 5)».

Όσο για τα προσωρινά αποτελέσματα της «απογραφής» που έχουν δημοσιευθεί ως τώρα στον τύπο, είναι ενδεικτικά του αριθμού των εποίκων σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια πληθυσμιακή αύξηση του 31.7% σε δέκα χρόνια θεωρείται αφύσικη, λαμβάνοντας υπόψη τον ρυθμό αύξησης των Τουρκοκυπρίων, είναι δε φανερό ότι η αύξηση είναι το αποτέλεσμα της εισροής πληθυσμού στην κατεχόμενη περιοχή.


Επαρχία
Ντε φάκτο πληθυσμός 30/4/06
Απογραφή στις 15/12/1995
% αύξηση από 15/12/1995
Εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι στις ‘εκλογές’
27/6/06
Ψηφοφόροι στις ‘εκλογές’17/04/05
Λευκωσία
84,893
62,295
+36.3%
47,773
46,308
Αμμόχωστος
64,426
52,875
+21.9%
39,908
38,681
Κερύνεια
61,192
38,715
+58%
27,950
27,255
Μόρφου
31,568
27,523
+14.7%
20,340
19,823
Τρίκωμο
22,090
19,179
+15.2%
15,664
15,182
Σύνολο
264,169
200,587
31.7%
151,635
147,249


Ο Σερχάτ Ιντσιρλί στη στήλη του «Γράμμα από το Λονδίνο» στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα ΑΦΡΙΚΑ (03.05.06) με τίτλο «Μη με λογαριάσετε στην απογραφή» αναφέρει ότι «η δημογραφική δομή στη βόρεια Κύπρο έχει παραβιαστεί. Η δημογραφική δομή έχει ηθελημένα και σκόπιμα αλλάξει. Η μέθοδος είναι λανθασμένη. Η μέθοδος αποτελεί έγκλημα πολέμου, είναι μια αδικία και αντίκειται στο διεθνές δίκαιο».

__________________________________________________

Σημειώνοντας ότι η απογραφή είχε διεξαχθεί με «την πιο πρωτόγονη μέθοδο στον κόσμο» η ΑΦΡΙΚΑ την περιγράφει ως φιάσκο, και γράφει: «Πολλοί πολίτες μάταια περίμεναν τους λειτουργούς απογραφής στα σπίτια τους. Οι πολίτες συμμορφώθηκαν με τον κατ’ οίκον περιορισμό. Το κράτος δεν συμμορφώθηκε με την απογραφή».

Υπό τον τίτλο «η απογραφή δεν συμπληρώθηκε», η ΧΑΛΚΙΝ ΣΕΣΙ σημειώνει ότι «η απογραφή πληθυσμού και κατοικίας δεν διεξήχθη με αξιόπιστο τρόπο».

Υπό τον τίτλο «Περιμέναμε και δεν ήρθατε», η ΒΑΤΑΝ σημειώνει ότι πολύς κόσμος δήλωνε ότι δεν είχαν καταμετρηθεί κατά την απογραφή, ο οποίος σε μερικές περιοχές συνεχίστηκε μετά τις 18.00 όταν ο κατ’ οίκον περιορισμός είχε τελειώσει.

Η ΟΡΤΑΜ αναφέρεται στο θέμα κάτω από τον τίτλο «Δεν έχουμε καταμετρηθεί!» Σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας, ο κόσμος που δεν καταμετρήθηκε ήταν κυρίως στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο.

Με τίτλο, «Έχετε καταμετρηθεί;» η ΤΖΟΥΜΧΟΥΡΙΕΤ γράφει ότι «δυστυχώς οι προειδοποιήσεις αποδείχτηκαν σωστές» κι ότι η απογραφή κινδυνεύει «λόγω κάποιων τεχνικών λαθών».

Σημειώσεις:

1. Η Τουρκοκυπριακή εφημερίδα ΑΦΡΙΚΑ (22.03.06) αναφέρει ότι ο κ. Μεχμέτ Κακιτσί, Γενικός Γραμματέας του Κινήματος Ειρήνης και Δημοκρατίας είχε δηλώσει ότι λόγω της μεταφοράς πληθυσμού που γινόταν για τέσσερα χρόνια χωρίς έλεγχο, η κοινωνικοδημογραφική δομή του Τουρκοκυπριακού «λαού» αλλάζει, παρατήρησε δε ότι εξαιτίας αυτού, τα ειδικά χαρακτηριστικά των Τουρκοκυπρίων έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση. Δήλωσε ότι στο παρελθόν χιλιάδες άτομα έγιναν πολίτες ( της ΤΔΒΚ) σε μια μέρα με αντάλλαγμα πολιτικά οφέλη και πρόσθεσε ότι το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι ότι οι Τουρκοκύπριοι έχουν έρθει αντιμέτωποι με τον κίνδυνο να καταντήσουν μειονότητα. Δήλωσε επίσης ότι ορισμένα πρόσωπα θέτουν το πολιτικό τους συμφέρον υπεράνω των συμφερόντων των Τουρκοκυπρίων κι ότι «είναι προδοσία αυτό που έχουν κάνει στους Τουρκοκύπριους».

2. Τώρα έχει γίνει πιο εύκολο με την απόκτηση της υπηκοότητας της ΕΕ και την πρόσβαση που αυτό δίδει σε 24 άλλα Κράτη Μέλη.


3. Ο αριθμός περιλαμβάνει το κύμα αφίξεων του 2004.

4. Υπολογισμός 2004- ο αριθμός έχει κατά πάσαν πιθανότητα μειωθεί έκτοτε λόγω περαιτέρω μετανάστευσης. Σημειώστε ότι η διαφορά μεταξύ του αριθμού της φυσιολογικής αύξησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού και του πληθυσμιακού υπολογισμού των Τουρκοκυπρίων που βρίσκονται σήμερα στην κατεχόμενη περιοχή, είναι ο φυσικός πληθυσμός των Τουρκοκυπρίων που έχουν μεταναστεύσει στη διάρκεια των ετών.

5. Η τουρκοκυπριακή εφημερίδα ΚΙΜΠΡΙΣ (01.05.06) σημειώνει ότι πολύς κόσμος έχει παραπονεθεί ότι οι «λειτουργοί» που πραγματοποιούσαν την «απογραφή» δεν επισκέφθησαν τα σπίτια τους.


Οκτώβριος, 2006


Τελευταία Ενημέρωση στις: 21/04/2016 12:30:05 PM



No documents found