Κυπριακή Δημοκρατία

Ειδήσεις


Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών Μάρκου Κυπριανού στα εγκαίνια και ονοματοδοσία του εργαστηρίου ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης Βέροιας «Σπύρος και Μιμή Κυπριανού» με θέμα «Το Ευρωπαϊκό Μέλλον μιας Επανενωμένης Κύπρου», 10 Ιουλίου 2008 - 10/07/2008


Σας ευχαριστώ για την θερμότατη φιλοξενία και τα φιλόφρονα λόγια σας. Είναι μεγάλη η συγκίνηση μου και ιδιαίτερη η χαρά μου που βρίσκομαι ξανά στην Βέροια, ως Υπουργός Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτή την φορά, αλλά με τα ίδια πάντοτε έντονα αισθήματα που διακατέχουν τον κάθε Έλληνα, ο οποίος επανέρχεται σε αυτή την αρχέγονη και ζώσα εστία του Ελληνικού Έθνους, την γη της Μακεδονίας.


Δεν θα ήθελα απόψε, να υπενθυμίσω γνωστά σε όλους μας πράγματα. Δεν θέλω να αναφερθώ στην κοινή αρχαία ιστορία μας, στον εποικισμό της Κύπρου από Έλληνες, στα κοινά ονόματα των πόλεων μας, ούτε στον ίδιο πολιτισμό και την κοινή μας γλώσσα. Δεν χρειάζεται να θυμηθώ την παράλληλη πορεία Ελλάδας και Κύπρου δια μέσου των αιώνων, ούτε την συμμετοχή των Κυπρίων αγωνιστών στην απελευθέρωση των χωμάτων που πατούμε σήμερα, κατά την διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα και στους Βαλκανικούς πολέμους. Όλα αυτά έχουν καταγραφεί στην ιστορία και εκτιμούνται με ακρίβεια.

Αυτό που προέχει τώρα δεν είναι η αναδρομή στο παρελθόν. Είναι η ορθή εκτίμηση του παρόντος. Η αναγνώριση των όσων συνέβησαν και η λήψη ορθών αποφάσεων για το μέλλον. Ήδη από τον Μάιο του 2004, ένα νέο κεφάλαιο έχει προστεθεί στην ιστορία της Κύπρου. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σταθερή μας επιδίωξη και στρατηγικός στόχος ετών, αποτελεί πλέον πραγματικότητα. Η Κύπρος κατέκτησε με μεγάλη προσπάθεια και συνέπεια, την θέση που της αρμόζει στην ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική σκηνή.

Ουδείς μπορεί να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα. Η ένταξη μας στην ΕΕ, αποτελεί ιστορική εξέλιξη, η οποία οφείλεται πρωτίστως στην εθνική μας συσπείρωση και ομοψυχία. Για την επίτευξη της εργάσθηκαν και συνεργάσθηκαν διαδοχικές κυβερνήσεις, κοινοβούλια και όλες οι πολιτικές δυνάμεις Κύπρου και Ελλάδος. Στο ιστορικό επίτευγμα της πλήρους ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ συνέβαλαν, τα μέγιστα, οι επίμονες και επίπονες προσπάθειες Ελλήνων και Κυπρίων, πολιτικών και τεχνοκρατών, εκ των οποίων, επιτρέψετε μου να μνημονεύσω ειδικότερα το όνομα του Γιάννου Κρανιδιώτη, του εξαίρετου και εξαιρετικά άτυχου πολιτικού και ανθρώπου.
Αισθανόμαστε πάντα την ηθική υποχρέωση να καταθέτουμε τις ευγνώμονες ευχαριστίες μας για όσα η Ελλάδα έπραξε και πράττει υπέρ της Κύπρου. Γνωρίζουμε ότι η Ελλάδα αισθάνεται και θεωρεί την προσφορά και αλληλεγγύη της προς την Κύπρο ως πράξη εθνικού χρέους και ιστορικής ευθύνης. Γεγονός είναι ότι στον αγώνα που διεξάγει ο Κυπριακός Ελληνισμός για εθνική και φυσική επιβίωση, η Ελλάδα ήταν και παραμένει το κύριο, μόνιμο και αναντικατάστατο στήριγμα μας.

Δυστυχώς η ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής πορείας της Κύπρου δεν συνοδεύτηκε από την λύση του πολιτικού ζητήματος. Τρείς και πλέον δεκαετίες έχουν περάσει από την τουρκική εισβολή και η Κύπρος παραμένει ημικατεχόμενη. Αυτή είναι μια σκληρή αλήθεια. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη που βρίσκεται στην δοκιμασμένη αντοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην εδραίωση της στο στερέωμα των κυρίαρχων λαών. Στην άρνηση της να αποδεχθεί τα τετελεσμένα της εισβολής και κατοχής.

Στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου του 2004, η μεγάλη πλειοψηφία του Ελληνοκυπριακού λαού απέρριψε ένα συγκεκριμένο σχέδιο, το οποίο μεταξύ άλλων, έκρινε ετεροβαρές, δυσλειτουργικό, το οποίο δεν ελάμβανε υπόψη τις ανησυχίες και προτάσεις της πλευράς μας σε καίρια θέματα όπως αυτά της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Έδινε τα πάντα και άμεσα στην Τουρκία και την τ/κ πλευρά ενώ ελάχιστα και σε βάθος χρόνου στην πλευρά μας. Με την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, όπως άλλωστε προνοούσε και η σύνταξη του, αυτό έπαψε να υπάρχει. Η απόρριψη του συγκεκριμένου σχεδίου δεν συνιστά όμως απόρριψη της λύσης διζωνικής – δικοινοτικής ομοσπονδίας στην οποία ο κυπριακός λαός παραμένει προσηλωμένος.

Με την ανάληψη της Προεδρίας, ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, έθεσε ως πρώτιστο στόχο και καθήκον την λύση του Κυπριακού. Με συντονισμένες ενέργειες η κυβέρνηση πέτυχε να πείσει τον διεθνή παράγοντα για την καλή της θέληση και επιθυμία προς επίλυση του Κυπριακού. Παράλληλα με συγκροτημένο τρόπο απευθύνθηκε προς την τ/κ κοινότητα ζητώντας από την ηγεσία της, την από κοινού δράση για τερματισμό της στασιμότητας και την κατάλληλη προετοιμασία του εδάφους για διαπραγματεύσεις.

Αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών αυτών ήταν να πεισθεί η διεθνής κοινότητα για την ειλικρινή βούληση μας για επανένωση της Κύπρου και να αναζωογονηθεί ουσιαστικά το ενδιαφέρον της για το Κυπριακό. Πετύχαμε στην συνάντηση της 21ης Μαρτίου, μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων, τη συμφωνία για έναρξη διαλόγου στο επίπεδο ομάδων εργασίας και τεχνικών επιτροπών. Αυτή την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη ο δικοινοτικός διάλογος. Προσδοκία μας ήταν και παραμένει οι ομάδες εργασίας και οι τεχνικές επιτροπές να παράξουν έργο, να γεφυρώσουν το χάσμα που χωρίζει τις δύο κοινότητες σε ουσιαστικές πτυχές του κυπριακού και να υπάρξουν τέτοια αποτελέσματα που να επιτρέψουν την έναρξη συνολικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο ηγετών για λύση.

Η Κυβέρνηση της Κύπρου παραμένει σταθερά προσανατολισμένη για επίτευξη μιας συμφωνημένης, δίκαιης, βιώσιμης και λειτουργικής λύσης που να τερματίζει την κατοχή και τον εποικισμό. Η λύση αυτή θα πρέπει να επανενώνει το έδαφος, τον λαό, τους θεσμούς και την οικονομία της χώρας μας στο πλαίσιο μίας διζωνικής – δικοινοτικής ομοσπονδίας όπως προνοείται στις συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου. Θα πρέπει επίσης να αποκαθιστά την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατία, χωρίς να παραχωρείται κανένα δικαίωμα μονομερούς επέμβασης σε οποιαδήποτε ξένη χώρα. Το πλαίσιο λύσης θα πρέπει να στηρίζεται στα περί Κύπρου ψηφίσματα του ΟΗΕ, να συνάδει με το διεθνές και κοινοτικό δίκαιο όπως και με τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία όπως και οι βασικές ελευθερίες ολοκλήρου του Κυπριακού λαού πρέπει να αποκαθίστανται και να κατοχυρώνονται, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων επιστροφής και περιουσίας των προσφύγων.

Ο συνεταιρισμός των δύο κοινοτήτων του 1960 στο πλαίσιο του ενιαίου κράτους θα πρέπει να μετεξελιχθεί στο πλαίσιο ενός διζωνικού – δικοινοτικού ομοσπονδιακού κράτους και ως εκ τούτου η ιδέα της «παρθενογένεσης» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως η μέθοδος μέσα από την οποία θα προκύψει η επίλυση του Κυπριακού.

Τέτοια εφευρήματα προώθησης των τουρκικών θέσεων, οι πάγια αδιάλλακτες θέσεις της Άγκυρας και η αναζήτηση άλλης βάσης προς επίλυση του Κυπριακού, απλά καταστρέφουν τα μέχρι τώρα συμφωνηθέντα και συντηρούν το αδιέξοδο.

Στο θέμα του Κυπριακού και ειδικότερα σε συνάρτηση με την ευρωπαϊκή της πορεία, η Τουρκία θα πρέπει να κατανοήσει την ανάγκη για θεμελιώδεις αλλαγές τόσο στο εσωτερικό όσο και στην εξωτερική της πολιτική. Η αναγκαία μετάβαση της Τουρκίας από ένα ανατολίτικο παρελθόν σε ένα ευρωπαϊκό μέλλον θέτει πλέον την χώρα αντιμέτωπη με ιστορικά διλήμματα. Είτε θα αναθεωρήσει την όλη στάση της επί του Κυπριακού είτε θα διακινδυνεύσει την ευρωπαϊκή της προοπτική.

Με αυτή την προσδοκία υποστηρίζουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Μιας Τουρκίας που θα συμμορφώνεται με τον οδικό χάρτη που της έχει καθοριστεί από την ΕΕ. Μιας Τουρκίας που θα εφαρμόσει το σύνολο των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει έναντι της Ένωσης αλλά και έναντι των δικών της πολιτών. Μιας Τουρκίας που θα εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπογραφή του πρωτοκόλλου προς τα δέκα νέα κράτη μέλη, περιλαμβανομένης, φυσικά, και της Κύπρου. Μιας Τουρκίας η οποία με έμπρακτη βούληση θα καταστεί ένας ειρηνικός και προβλέψιμος γείτονας που θα αποφεύγει προκλήσεις όπως τις πρόσφατες αναβαθμισμένες και επικαιροποιημένες διεκδικήσεις εναντίον της Ελλάδας σε Αιγαίο και Θράκη που παρουσιάστηκαν, με τον πλέον επίσημο τρόπο, στην ιστοσελίδα του Τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών.

Υπό την έννοια αυτή, η εξέλιξη της ευρωπαϊκής της πορείας εξαρτάται πρωτίστως από την ίδια και ιδιαίτερα από την προσήλωση στην εκπλήρωση των εξωτερικών της υποχρεώσεων, ειδικότερα έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για πρώτη φορά η Κύπρος, με την ψήφο της, συμμετέχει στην διαδικασία ελέγχου της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας. Στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα δεν έχουν θέση στρατεύματα κατοχής. Αργά ή γρήγορα, η Τουρκία θα αναγκασθεί να συμφιλιωθεί με αυτή την πραγματικότητα, εφόσον επιμένει, όπως όλοι ελπίζουμε, στον ευρωπαϊκό της δρόμο. Εμείς έχουμε ρόλο και θέση στην νέα αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Η Τουρκία χρειάζεται ακόμη να πείσει.

Όταν μιλάμε για την ΕΕ θα πρέπει να θυμόμαστε ότι πρόκειται για ένα εγχείρημα μοναδικό, χωρίς προηγούμενο στην ιστορία. Η Ευρώπη είχε πολλές πικρές εμπειρίες. Μέσα σε λίγα χρόνια βίωσε τους πιο καταστροφικούς πολέμους, που έγιναν ποτέ, στο έδαφος της. Διδάχθηκε όμως. Διδάχθηκε ότι ακόμα και η «απόλυτη» νίκη του ενός και κατ΄επέκταση η «απόλυτη» ήττα του άλλου δεν εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμη ειρήνη.

Η Κύπρος το 2004 εντάχθηκε στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια, εκεί όπου ιστορικά, γεωγραφικά και πολιτισμικά ανήκει.

Στην παρούσα φάση του Κυπριακού, η ΕΕ αποτελεί για εμάς παράδειγμα ειρηνικής συμβίωσης και επίλυσης διαφορών. Αποτελεί το γενικότερο πλαίσιο το οποίο εγγυάται την ασφάλεια, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων των Κυπρίων. Αποτελεί επίσης ένα επιπρόσθετο κίνητρο για την επίτευξη μιας συμφωνημένης και δίκαιης λύσης. Στο μισό και πλέον αιώνα της δυναμικής μετεξέλιξης της, η ΕΕ έχει αναπτύξει θεσμούς ικανούς που να εγγυώνται την ευημερία, την δικαιοσύνη καθώς και την ενδυνάμωση του αισθήματος ασφάλειας τόσο των ε/κ όσο και των τ/κ.

Η επιδίωξη ενός κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος για όλους τους πολίτες της Κύπρου, οι προοπτικές ανάπτυξης και ευημερίας που δημιουργεί η ένταξη στην ΕΕ, είναι πολύ ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της επανένωσης του νησιού.

Επιπλέον, ένα επανενωμένο κυπριακό κράτος θα μπορέσει σίγουρα, μεταξύ άλλων, να λειτουργήσει και ως σημαντικός παράγοντας σταθερότητας και συνεργασίας στην περιοχή, ειδικότερα δε σε ότι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η πλήρης εξομάλυνση των οποίων δεν είναι δυνατή χωρίς την επίλυση του Κυπριακού.

Στο Κυπριακό κρίνεται η αποφασιστικότητα της διεθνούς κοινότητας και της ΕΕ να υποστηρίξουν με συνέπεια τις οικουμενικές και ευρωπαϊκές αξίες και αρχές. Και πρέπει να συμβάλουν εποικοδομητικά στην δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση του προβλήματος. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλά η επίτευξη μίας οποιασδήποτε λύσης. Το περιεχόμενο της πρέπει να αναιρεί τα κατοχικά και διχοτομικά δεδομένα που δημιούργησε η τουρκική εισβολή. Η λύση που αναζητούμε θα πρέπει να μπορεί να λειτουργήσει και να ανοίξει προοπτικές για το μέλλον.

Το γεγονός είναι ότι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράθυρο ευκαιρίας προς αυτό το μέλλον. Ο αγώνας, οι συναντήσεις και επαφές του Προέδρου Χριστόφια, και γενικότερα το όραμα του για επίλυση του Κυπριακού αποτελούν βήματα προς την σωστή κατεύθυνση.

Πιστεύουμε στη δικαίωση του αγώνα μας. Πιστεύουμε σε ένα καλύτερο, ευρωπαϊκό μέλλον της Κύπρου. Και με αυτή την ακλόνητη πίστη θα αντέξουμε στην δύσκολη πορεία μας και θα φτάσουμε στο ποθητό τέρμα. Είμαστε ιστορικά υποχρεωμένοι και να αντέξουμε και να φτάσουμε. Δεν έχουμε το δικαίωμα αποτυχίας. Έχουμε μόνο την ευθύνη επιτυχίας. Και αυτό θα πράξουμε.



Τελευταία Ενημέρωση στις: 25/04/2016 03:59:48 PM