Κυπριακή Δημοκρατία

Ειδήσεις


Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών σε εκδήλωση της ΟΚΟΕ με θέμα «Ανεξαρτησία και Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας», Αθήνα


Με την ευκαιρία της επετείου της ανεξαρτησίας της 1ης Οκτωβρίου επέλεξα ως θέμα της ομιλίας μου την «Ανεξαρτησία και Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας».


Στο διεθνές δίκαιο και στη διεθνή πολιτική σκηνή, οι όροι ανεξαρτησία και κυριαρχία είναι άρρηκτα δεμένοι. Ένα κράτος είναι ανεξάρτητο όταν ασκεί κυριαρχία.

Στο άρθρο 2 παρ 1. του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, αναφέρεται ότι ο Οργανισμός βασίζεται στην αρχή της κυρίαρχης ισότητας όλων των μελών του. Η κυριαρχική ισότητα, ανάμεσα σε άλλα, περιέχει τα παρακάτω στοιχεία:

• τα Κράτη είναι νομικώς ίσα,
• κάθε Κράτος απολαμβάνει τα δικαιώματα που είναι σύμφωνα με την πλήρη κυριαρχία,
• κάθε Κράτος έχει την υποχρέωση να σεβαστεί την προσωπικότητα των άλλων Κρατών,
• η εδαφική ακεραιότητα και η πολιτική ανεξαρτησία του Κράτους είναι αναπαλλοτρίωτες, και
• κάθε Κράτος έχει το καθήκον να συμμορφώνεται πλήρως και με καλή πίστη με τις διεθνείς του υποχρεώσεις και να συμβιώνει ειρηνικά με τα άλλα Κράτη.

Εξάλλου, στην Κοινή Διακήρυξη των αρχηγών των δύο κοινοτήτων του Φεβρουαρίου 2014 αναφέρεται ρητώς ότι: «Η ενωμένη Κύπρος, σαν μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα έχει μια και μόνη διεθνή νομική προσωπικότητα και μια και μόνη κυριαρχία, η οποία καθορίζεται ως η κυριαρχία που απολαμβάνουν όλα τα κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών δυνάμει του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ».

Πενήντα έξι χρονιά πριν, όταν δόθηκε ανεξαρτησία στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρόλο που ήταν πλήρης όπως προνοείται στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, αυτή δόθηκε ανορθόδοξα, γεγονός που θεωρώ ότι συνέτεινε στο να οδηγηθούμε στη σημερινή δύσκολή κατάσταση πραγμάτων, με τη πατρίδα μας διαιρεμένη και υπό κατοχή. Ανορθόδοξα, διότι πρώτον δεν έτυχε διαπραγμάτευσης από τους Κύπριους, αλλά από τους Υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδος και Τουρκίας Αβέρωφ και Ζορλού και, δεύτερον, διότι δεν ρωτήθηκε πότε ο κυπριακός λαός, ο οποίος πρέπει να σημειώσω, δεν άσκησε ποτέ το δικαίωμα αυτοδιάθεσής του.

Η σημερινή κατάσταση όπως διαμορφώθηκε στην Κύπρο, το σημερινό status quo, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι το όραμα για το μέλλον της πατρίδας μας, όπως δεν ήταν, είμαι βέβαιος, και το όραμα όσων έδωσαν τη ζωή τους για να μας δώσουν την ελευθερία μας. Η δική μου πεποίθηση είναι πως έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για να δώσουμε ένα τέλος στα χρόνια των εντάσεων, της ανασφάλειας και της εκκρεμότητας. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για να οδηγήσουμε τη χώρα μας σε πορεία ειρήνης, ασφάλειας, σταθερότητας και ευημερίας. Ο χρόνος είναι παράγοντας που λειτουργεί δυστυχώς εις βάρος όλων μας. Έφτασε η ώρα να απαλλαγούμε από την κατοχή και τα τουρκικά στρατεύματα και να επανενώσουμε την πατρίδα μας.

Η διαπραγματευτική διαδικασία για την επίλυση του εθνικού μας προβλήματος βρίσκεται σήμερα σε καθοριστική καμπή. Εάν οι επόμενες συναντήσεις του Προέδρου Αναστασιάδη με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Mustafa Akıncı αποδώσουν αυτά που προσδοκούμε και ελπίζουμε ότι θα αποδώσουν, τότε θα μπορούμε με περισσότερη βεβαιότητα να μιλήσουμε για θετική κατάληξη αυτής της μακροχρόνιας διαπραγματευτικής διαδικασίας. Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μάς επιτρέπουν να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι. Φυσικά αν δεν ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση και δεν μπουν στο χαρτί όλα όσα έχουν συμφωνηθεί ως συγκλίσεις, αλλά και όσα άλλα επιπρόσθετα θα πρέπει να συμφωνηθούν, τότε δεν θα μπορούμε να μιλούμε για λύση. Είναι δεδομένο ότι το μόνο που μπορεί να παρουσιαστεί στον κυπριακό λαό είναι ένα ολοκληρωμένο κείμενο λύσης, το οποίο να ανταποκρίνεται στις ανησυχίες, τις προσδοκίες, αλλά και τις ελπίδες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και να μπορεί να εφαρμοστεί από την πρώτη μέρα της συμφωνίας.

Κυρίες και κύριοι,

Μέσα από τη διαπραγμάτευση έχει επιτευχτεί αρκετή πρόοδος ιδιαίτερα στα κεφάλαια της διακυβέρνησης, της οικονομίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ και στο περιουσιακό, παρόλο που έχει γίνει αρκετή δουλειά, μένουν στοιχεία ουσιώδους σημασίας που πρέπει να συμφωνηθούν. Επιτρέψτε μου να σημειώσω επιγραμματικά τα κύρια στοιχεία που επετεύχθησαν μέσω της διαπραγμάτευσης.

Η διαδικασία είναι κυπριακής ιδιοκτησίας και αποκλείονται, με βάση τη Κοινή Διακήρυξη του Φεβρουαρίου του 2014, η επιδιαιτησία και τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Μετά από επιμονή μας, ενεπλάκη η Ευρωπαϊκή Ένωση και κατοχυρώθηκε ότι θα εφαρμόζονται οι τέσσερις βασικές ελευθερίες, σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας μας. Ο κάθε Κύπριος πολίτης ελεύθερα και ανεμπόδιστα θα διακινείται, εγκαθίσταται, αποκτά περιουσία ή θα ασκεί επάγγελμα σε ολόκληρη την Κύπρο, εκεί και όπου ο ίδιος θα επιλέγει, ενώ συμφωνήθηκε να εφαρμόζεται σε όλη την έκταση του κράτους μας το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Θα διασφαλίζεται το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού και θα δίδεται οριστικό τέρμα στον εποικισμό, αφού έχει συμφωνηθεί πως η αναλογία του αριθμού των πολιτών θα είναι 4 προς 1 από την πρώτη μέρα της εφαρμογής της λύσης και, στη συνέχεια, η πολιτογράφηση Ελλήνων και Τούρκων θα γίνεται και πάλι με αναλογία 4 προς 1. Θα αναγνωρίζεται εμπράκτως ο σεβασμός στο δικαίωμα του ιδιοκτήτη περιουσίας με τις επιλογές της αποκατάστασης, της αποζημίωσης, της ανταλλαγής ή συνδυασμός αυτών ως θεραπεία. Θα διαμορφωθεί ένα σύστημα διακυβέρνησης, όπου με κατάλληλους μηχανισμούς δεν θα υπάρχουν αδιέξοδα, μειώνοντας στον ελάχιστο βαθμό τους κινδύνους ρήξης. Θα κατοχυρώνεται η μια και μόνη διεθνής προσωπικότητα, η μια και μόνη κυριαρχία και η μια και μόνη υπηκοότητα. Τέλος, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός πως έχει γίνει αποδεκτό και από την τουρκοκυπριακή πλευρά η ανάγκη να μειωθούν στο ελάχιστο δυνατόν οι μεταβατικές περίοδοι εφαρμογής της λύσης, ενώ από την πρώτη ημέρα Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα δουν χειροπιαστά οφέλη. Η πλευρά μας διεκδικεί για παράδειγμα, ανάμεσα σε άλλα, την αποχώρηση από την πρώτη μέρα περισσοτέρων από των μισών τουρκικών στρατευμάτων, την παράδοση από την πρώτη μέρα της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου και την παράδοση από την πρώτη μέρα της νεκρής ζώνης και άλλων ακατοίκητων περιοχών που θα επιστρέφονται στην πλευρά μας.

Πέραν όμως από την πρόοδο και τα ενθαρρυντικά μηνύματα που μπορούμε να εξάξουμε από την έως τώρα διαπραγμάτευση, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τις δυσκολίες που βρίσκονται μπροστά μας.

Δύο ουσιώδη κεφάλαια παραμένουν ακόμη ανοικτά, και αναφέρομαι στο εδαφικό και στο θέμα της ασφάλειας. Είναι μεν θετικό ότι σε σχέση με προηγούμενες διαπραγματεύσεις έχει γίνει ανταλλαγή απόψεων υπό τύπο brainstorming, στα δύο αυτά κεφάλαια αλλά δεν έχουν ουσιαστικά συζητηθεί.

Το εδαφικό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το κεφάλαιο του περιουσιακού και αποτελεί απαραίτητο στοιχείο η πρόοδος σε αυτό το κεφάλαιο, για να υπερκεραστούν οι δυσκολίες στο περιουσιακό.

Το θέμα της ασφάλειας, κατά την άποψή μου, είναι το σημαντικότερο στοιχείο που θα καθορίσει την επιτυχή κατάληξη της διαπραγμάτευσης. Το θέμα αφορά εξίσου και τις δύο κοινότητες, οι οποίες θα κληθούν να ζήσουν και να ευημερήσουν μαζί σε ένα μοντέρνο ευρωπαϊκό κράτος. Επομένως, η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου δεν μπορεί να υπόκειται στους σχεδιασμούς τρίτων.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το όποιο σύστημα ασφάλειας συμφωνηθεί, θα πρέπει να σέβεται πλήρως τις ανησυχίες και των δύο κοινοτήτων. Δεν είναι δυνατό να υπάρξει σύστημα ασφάλειας, το οποίο θα κάνει τη μια από τις δύο κοινότητες να αισθάνεται λιγότερο ασφαλής από την άλλη. Ισχυρή άποψη μας είναι ότι το προηγούμενο σύστημα εγγυήσεων είναι παρωχημένο και αποτυχημένο. Αντίθετα, πιστεύουμε ότι η ασφάλεια των δύο κοινοτήτων διασφαλίζεται μέσω της δομής του ομόσπονδου κράτους με πλήρη σεβασμό στην πολιτική ισότητα, τη διζωνική και δικοινοτική της φύση, με την απρόσκοπτη άσκηση των εξουσιών τους από τις δύο συνιστώσες πολιτείες, την αποδοτική συμμετοχή της τουρκοκυπριακής κοινότητας στη λήψη αποφάσεων στο ομοσπονδιακό επίπεδο, καθώς επίσης και στην ιδιότητα της Κύπρου ως κράτος μέλος της ΕΕ.

Για το θέμα της φυσικής ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων, ανταποκρινόμενοι στην αρχή της αναλογικότητας, έχουμε προτείνει μηχανισμούς προστασίας που ξεκινούν από τοπικό, επεκτείνονται σε ομοσπονδιακό και καταλήγουν σε διεθνές επίπεδο, αλλά πάντα αστυνομικής φύσης και όχι στρατού, του οποίου ως γνωστό η αντίδραση είναι πάντοτε δυσανάλογα μεγαλύτερη ως προς τα τυχόν απευκταία γεγονότα.

Το εύλογο ερώτημα που τίθεται όσον αφορά στο θέμα της ασφάλειας είναι γιατί, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται προς τα έξω, οι Τουρκοκύπριοι εμμένουν στη συνέχιση των εγγυήσεων του 1960. Οι εμπειρίες του 1974 δικαιολογημένα αναγάγουν τις εγγυήσεις ως τον μεγαλύτερο παράγοντα ανασφάλειας για τους Ελληνοκύπριους. Επίσης, δεν έχει μέχρι σήμερα η τουρκοκυπριακή πλευρά εξηγήσει πρακτικά τι είναι αυτό που φοβούνται, για το οποίο απαιτείται η διατήρηση των εγγυήσεων. Είναι τελικά η ανασφάλειά τους ή μήπως το θέμα τίθεται για εξυπηρέτηση των ευρύτερων γεωστρατηγικών σχεδιασμών της Τουρκίας; Εάν ισχύει το δεύτερο, τότε πολύ φοβάμαι ότι θα σημαίνει ότι ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, με δικαιολογία την προστασία των Τουρκοκυπρίων, θα εξυπηρετεί τους οποιοσδήποτε γεωπολιτικούς σχεδιασμούς μιας τρίτης χώρας, καταστρατηγώντας έτσι την οποιαδήποτε έννοια ανεξαρτησίας και κυριαρχίας.

Το ανορθόδοξο της επανάληψης των εγγυήσεων του 1960 οδήγησε την Ελλάδα να δηλώνει απερίφραστα ότι δεν επιθυμεί πλέον να είναι εγγυήτρια δύναμή, ενώ η Βρετανία δηλώνει από πλευράς της ότι μόνο εάν της ζητηθεί και από τις δύο πλευρές θα εξετάσει το ενδεχόμενο να παραμείνει εγγυήτρια. Η Τουρκία παραμένει η μόνη που εννοεί ακόμη να επιμένει στη διατήρηση των εγγυήσεων ακόμη και μόνο της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας. Σε ποιο αλήθεια κράτος στο κόσμο μια κοινότητα μπορεί να καλεί ένα τρίτο κράτος να επέμβει στη χώρα της για την ασφάλεια της; Που είναι η αρχή της κυριαρχίας;

Φίλες και φίλοι,

Με βάση τα πιο πάνω μας προκαλεί απορία το γεγονός ότι η τουρκική πλευρά εμφανίζεται να βιάζεται για τη διεξαγωγή συζήτησης του Κυπριακού σε επίπεδο διευρυμένου πλαισίου, το οποίο καθορίζουν ως πενταμερή διάσκεψη, δίνοντας περισσότερη σημασία σε μια διαπραγματευτική διαδικασία παρά στην ουσία και την ποιότητα της λύσης.

Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τις εκκρεμότητες στα ουσιώδη θέματα που ανέφερα πιο πάνω. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη τον κατάλογο που έχουν καταρτίσει τα Ηνωμένα Έθνη με πέραν των 100 θεμάτων, δευτερευούσης μεν σημασίας που, πρέπει όμως να ολοκληρωθούν πριν από τη λύση. Με βάση αυτά δεν μπορώ να καταλάβω την σπουδή των Τουρκοκυπρίων να προχωρήσουμε απροετοίμαστοι σε μια πολυμερή διάσκεψη.

Το ερώτημά μας ενισχύεται ακόμα περισσότερο από τη διαπίστωση ότι είναι η παράνομη ψευδοκυβέρνηση των κατεχομένων που κωλυσιεργεί σε πολλά από τα εκκρεμούντα θέματα, όπως για παράδειγμα στο θέμα του έλεγχου των τουρκοκυπριακών τραπεζών, όπου δεν επιτρέπει τις επιθεωρήσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που θα τους προετοιμάσουν, ούτως ώστε να είναι έτοιμοι για την εισαγωγή του ευρώ ως κοινού νομίσματος από την πρώτη μέρα της λύσης. Ακόμη, παρατηρείται κωλυσιεργία στην παραχώρηση άδειας σε απεσταλμένους της ΕΕ, που θα επιθεωρήσουν τις υπηρεσίες της παράνομης διοίκησης, ούτως ώστε να καθορίσουν τι χρειάζεται για να φθάσουν σε επίπεδο που να μπορεί να εφαρμοστεί το κεκτημένο.

Η δική μας πλευρά θέλει με τα προσεκτικά βήματα που εισηγείται να περιφρουρήσει την προσπάθεια αναζήτησης λύσης του Κυπριακού, μέσα από τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Θεωρεί ότι έχει επιτευχθεί πρόοδος, αλλά όχι τόσο αρκετή που να αιτιολογεί την είσοδό μας σε πολυμερή διάσκεψη. Η πολυμερής διάσκεψη πρέπει να είναι διασφαλισμένη εκ των προτέρων ότι θα πετύχει. Κυρίως όσον αφορά στο θέμα της ασφάλειας θα πρέπει να προηγηθούν εντατικές διαβουλεύσεις. Αν η πολυμερής διάσκεψη αποτύχει, τότε θα πάνε χαμένες όλες οι προσπάθειες, αφού είναι πολύ πιθανό να καταρρεύσει η όλη διαδικασία.

Η λύση που διαπραγματευόμαστε θα πρέπει αναμφισβήτητα να οδηγεί σε πλήρη αποκατάσταση της κυριαρχίας σε όλο το νησί και να δημιουργεί συνθήκες πραγματικής ανεξαρτησίας, ούτως ώστε να διαχειρίζονται οι Κύπριοι από μόνοι τους τις τύχες τους. Αυτό μόνο όφελος μπορεί να έχει για όλους μας. Μόνο έτσι η Κύπρος θα συνεχίσει να είναι μια σύγχρονη, αξιόπιστη και ευρωπαϊκή χώρα. Μια χώρα που θα διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιδιαιτέρως σημαντική και ευαίσθητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Μια χώρα που θα ηγείται της προσπάθειας για συνεργασία, ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή. Αυτό μπορεί να ισχύσει μόνο εάν αφεθεί πλήρως ανεξάρτητη και κυρίαρχη χωρίς εξωτερικές επιρροές να ορίζει το μέλλον της.

Πρέπει να γίνει σε όλους μας συνείδηση -και εννοώ Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους- πως οι συνθήκες μεταβάλλονται πολλές φορές ανεξέλεγκτα. Ας μην ξεχνάμε πως ζούμε σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται ως πυριτιδαποθήκη της παγκόσμιας ασφάλειας. Αυτό που σήμερα θεωρείται σταθερότητα είναι εφήμερο, καθώς βλέπουμε πόσο ρευστή είναι η κατάσταση στον κόσμο και ιδιαίτερα στην περιοχή μας. Για αυτό, εάν επιλέξουμε να ζούμε κάτω από καθεστώς, το οποίο δεν θα διασφαλίζει την πλήρη ανεξαρτησία και κυριαρχία μας, κινδυνεύουμε να καταστούμε θύματα των εκάστοτε συμφερόντων και ισορροπιών ανάμεσα σε τρίτες χώρες. Θα βρισκόμαστε πάντα υπό την επίδραση απρόβλεπτων γεγονότων και ισορροπιών μεταξύ χωρών της περιοχής και όχι μόνον. Ο πόλεμος στην Συρία και η απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία υπογραμμίζουν ξεκάθαρα νομίζω αυτό που εννοώ.

Για όλους μας, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκυπρίους, στη λύση του Κυπριακού ως πρώτη προτεραιότητα θα πρέπει να περιλαμβάνεται η απόλυτη κυριαρχία και ανεξαρτησία του κυπριακού κράτους. Οι διάφορες πτυχές της λύσης θα εξασφαλίζουν όλες τις δικλείδες ασφαλείας για μη επιβολή της μίας κοινότητας επί της άλλης. Η διαιώνιση της ανισορροπίας ισχύος μεταξύ των δύο κοινοτήτων με τουρκικά επεμβατικά δικαιώματα και με την παρουσία τουρκικού στρατού καταστρατηγεί την έννοια της ισορροπίας που αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για να οδηγεί τις δύο κοινότητες στην οδό της διαρκούς συναίνεσης για τη διακυβέρνηση της τύχης ολόκληρου του νησιού. Διερωτώμαι λοιπόν τι είναι εκείνο που υπερισχύει; Η φοβέρα της ισχύος ή η πραγματική ισορροπία που οδηγεί στην υπεύθυνη και ισορροπημένη διαχείριση της τύχης της Κύπρου. Αυτό σημαίνει πραγματική λύση του κυπριακού προβλήματος και αυτό αποτελεί το κίνητρο για μετάβασή μας από το status quo σε μια συμφωνία.

Εν πάση περιπτώσει, εκείνος που θα κρίνει την τελική έκβαση της προτεινόμενης λύσης, εάν και εφόσον επιτευχθεί, είναι ο κυπριακός λαός, ο οποίος θα κληθεί να αποφασίσει υπεύθυνα αν η λύση που του προτείνεται ικανοποιεί τις προσδοκίες και τις προτεραιότητές του. Ένα είναι σίγουρο: Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν πρόκειται, όπως επανειλημμένα έχει δηλώσει, να φέρει ενώπιον του λαού λύση που ο ίδιος δεν θα θεωρεί ότι ικανοποιεί τις προσδοκίες και προτεραιότητες του λαού.

Σας ευχαριστώ.



Τελευταία Ενημέρωση στις: 05/10/2016 09:16:28 AM