Κυπριακή Δημοκρατία

Ειδήσεις


Χαιρετισμός του Υπουργού Εξωτερικών κ. Μάρκου Κυπριανού σε εκδήλωση του ΟΠΕΚ με θέμα «Η ΕΕ καταλύτης στη λύση του Κυπριακού», 6 Φεβρουαρίου 2010 - 06/02/2010


Θα ήθελα να εκφράσω καταρχάς τα συγχαρητήρια μου στους διοργανωτές του σημερινού σεμιναρίου και τις ευχαριστίες μου για την πρόσκληση να απευθύνω σύντομο χαιρετισμό. Επιτρέψετε μου λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας κάποιες προκαταρτικές σκέψεις με σκοπό να διευκολυνθεί η συζήτηση.


Εδώ και μία δεκαετία αμέτρητες φορές, και από πολλούς, η ΕΕ έχει χαρακτηριστεί ως καταλύτης στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είναι υπερβολή, και ο ρόλος αυτός της ΕΕ μπορεί να αναλυθεί σε διάφορα επίπεδα.

Όλοι γνωρίζουμε φυσικά ότι η Κύπρος υπέβαλε αίτηση για ένταξή της στην ΕΕ όχι για οικονομικούς ή άλλους λόγους, αλλά πρωτίστως για λόγους ασφάλειας και για να διασφαλίσει μια ορθή λύση του Κυπριακού προβλήματος. Το Σχέδιο Αννάν, το οποίο υπεβλήθη σε δημοψήφισμα μερικές μόνο μέρες πριν την ένταξη μας στην ΕΕ, δεν ήταν φυσικά η ορθή λύση, και υπό αυτή την έννοια, ο κόσμος έδειξε να απογοητεύεται από τη στάση που τήρησε τότε η ΕΕ και από τη σθεναρή υποστήριξη που εξέφρασε στο εν λόγω Σχέδιο. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ορθή λύση του Κυπριακού. Τουναντίον, η ΕΕ έχει τη δυνατότητα να καταστεί καταλύτης για μια ορθή λύση και αυτό αναμένει και ο λαός από αυτήν.

Σε ένα πρώτο πολύ ουσιαστικό επίπεδο, η ΕΕ μπορεί να δράσει ως κίνητρο για την Τουρκία για συμβολή στην επίλυση του Κυπριακού. Από το Ελσίνκι και εντεύθεν, οπόταν δόθηκε καθεστώς υποψήφιας χώρας στην Τουρκία, και η δε ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ αποσυνδέθηκε από προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού, η ΕΕ κατέστη ο πιο σημαντικός παράγοντας για την αλλαγή στάση της Τουρκίας σε σχέση με τη λύση του Κυπριακού.
Όντως θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι έχει παρατηρηθεί κάποια αλλαγή στάσης της Τουρκίας, αφού πριν το 2002 -2003 επέμενε ότι το Κυπριακό είχε λυθεί με την εισβολή του 1974. Η κυβέρνηση Ερντογάν προχώρησε στη δημόσια παραδοχή ότι όντως το Κυπριακό είναι ένα χρονίζον πρόβλημα για την ίδια την Τουρκία, το οποίο πρέπει να λυθεί. Στην αλλαγή αυτή συνέτεινε και το γεγονός ότι η Κύπρος θα γινόταν σύντομα μέλος της ΕΕ και η Τουρκία αντιλαμβανόταν ότι χωρίς λύση του Κυπριακού η ίδια θα έμενε εκτός. Είναι όμως αυτό αρκετό για να αναγκάσει την Τουρκία να συμβάλει σε μια ορθή λύση του προβλήματος ή απλά το κίνητρό της είναι να εξασφαλίσει μια ανώδυνη για την ίδια διευθέτηση;

Το ζήτημα δεν ήταν ποτέ απλό. Η Κύπρος όμως, από τότε μέχρι σήμερα, και ιδιαίτερα μετά το 2004, ως κ-μ πλέον της ΕΕ, παραμένει πιστή στη στρατηγική απόφαση για στήριξη της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας με σκοπό αυτό να δώσει το επιπλέον κίνητρο στην Άγκυρα για επίλυση του προβλήματος. Η στήριξη αυτή όμως δεν πρέπει να συνοδεύεται με εκπτώσεις ως προς την ανάγκη εκπλήρωσης από την Άγκυρά των υποχρεώσεων της. Η ένταξη της Τουρκίας μπορεί να γίνει μόνο με λύση του Κυπριακού, ενώ η ενταξιακή πορεία της Άγκυρας είναι συνδεδεμένη ουσιαστικά με την πορεία επίλυσης του Κυπριακού.

Η εποικοδομητική στάση της Άγκυρας στις προσπάθειες για επίλυση αποτελεί ένα από τους όρους της ΕΕ προς την Τουρκία έναντι της εκπλήρωσης των οποίων θα εξαρτηθεί η πρόοδος της Τουρκίας στις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις. Μάλιστα, τα 27 Κράτη Μέλη τον περασμένο Δεκέμβριο υπογράμμισαν ότι η δέσμευση και συνεισφορά της Τουρκίας με συγκεκριμένο και έμπρακτο τρόπο στη λύση του Κυπριακού είναι κρίσιμη. Υπογραμμίζω δε ότι η συνεισφορά της Τουρκίας αναμένεται να είναι σε σχέση με την ίδια τη λύση του προβλήματος και όχι απλά στη δημιουργία θετικού κλίματος για λύση.

Υπό αυτή την έννοια, η αδιαλλαξία της Τουρκίας έχει πλέον κόστος και για την ίδια αφού αντιλαμβάνεται ότι η επίλυση του Κυπριακού αποτελεί προαπαιτούμενο για την τελική ένταξή της στην ΕΕ. Αυτό τονίζει και το σύνολο των εταίρων μας, ακόμα και οι φίλοι και υποστηρικτές της Τουρκίας εντός της ΕΕ. Οι δε Τούρκοι αξιωματούχοι παραδέχονται δημόσια ότι το ζήτημα του Κυπριακού αποτελεί βαρίδι για την πορεία της Τουρκίας προς την ΕΕ, από το οποίο η Άγκυρα πρέπει να απαλλαγεί.

Από τη στιγμή μάλιστα που η ίδια η Τουρκία χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την ΕΕ αν δεν λυθεί πρώτα το Κυπριακό, αυτό συνεπάγεται αυτόματα ότι η Άγκυρα αποδέχεται πως η λύση είναι προαπαιτούμενο για την όποια περαιτέρω πρόοδο στις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις. Η διασύνδεση, με άλλα λόγια, των υποχρεώσεων της Τουρκίας έναντι της ΕΕ με το Κυπριακό σημαίνει ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας είναι αυτόματα συνδεδεμένη με το Κυπριακό.

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, δεν έχουμε δει δείγματα γραφής από την Άγκυρα προς αυτή την κατεύθυνση. Από την άλλη όμως, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η πίεση στην Τουρκία τώρα αρχίζει να γίνεται αισθητή. Τα δύσκολα τώρα αρχίζουν για την Άγκυρα αφού, μετά και την απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας για «πάγωμα» έξι επιπλέον Κεφαλαίων των διαπραγματεύσεων, σε συνδυασμό με το «πάγωμα» από πλευράς Γαλλίας αλλά και άλλα τεχνοκρατικά προβλήματα, θα φτάσουμε σύντομα στο σημείο όπου θα έχουν εκλείψει τα Κεφάλαια που είναι διαθέσιμα για άνοιγμα.

Η πλευρά μας παραμένει πιστή στη στρατηγική απόφαση που έχει λάβει η οποία συνοψίζεται στο ότι επιθυμούμε μια Ευρωπαϊκή Τουρκία και όχι απλά μια Τουρκία στην ΕΕ. Μια Τουρκία που θα σέβεται τις αρχές και αξίες της Ένωσης, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, και κυρίως θα επιλύει τα προβλήματα με τους γείτονές της με ειρηνικά μέσα. Μια Τουρκία, τέλος, που δεν θα διατηρεί κατοχικά στρατεύματα στο έδαφος ενός Κράτους Μέλους της Ένωσης.

Μόνο μια Τουρκία με Ευρωπαϊκό προσανατολισμό που συμπεριφέρεται με βάση τις αρχές της ΕΕ δεν μπορεί να διατηρεί εν ζωή το Κυπριακό πρόβλημα. Υπό αυτή την έννοια, μια ευρωπαϊκή Τουρκία δεν μπορεί να διατηρεί στρατό κατοχής στο έδαφος ενός ΚΜ, να συνεχίζει τον παράνομο εποικισμό, να απαρνείται το δικαίωμα στην περιουσία σε Ευρωπαίους πολίτες, αλλά ούτε και να εκτοξεύει απειλές χρήσης βίας για να αποτρέψει την άσκηση από την Κύπρο των κυριαρχικών δικαιωμάτων της.

Το δεύτερο επίπεδο αφορά άμεσα την ίδια την ΕΕ, δηλαδή τη δυνατότητα της να συμβάλει ουσιαστικά στη μορφή, το περιεχόμενο και την ποιότητα της λύσης. Τα πράγματα σήμερα είναι ασφαλώς πολύ διαφορετικά από ότι την πριν το 2004 εποχή. Η ΕΕ έχει σήμερα μια ξεκάθαρη θέση σε ότι αφορά το είδος της λύσης, ότι δηλαδή αυτή θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τις αρχές στις οποίες εδράζεται η ΕΕ. Η δε ένταξη της Κύπρου ως πλήρες μέλος της ΕΕ δεν μπορεί παρά να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η λύση θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το ευρωπαϊκό κεκτημένο το οποίο δεσμεύει την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά και τα σχετικά ψηφίσματα του ΣΑ των ΗΕ.

Είναι γι΄αυτό το λόγο, που έξι χρόνια μετά την ένταξή μας στην ΕΕ, πολύ δύσκολα μπορεί κάποιος να επιχειρηματολογήσει υπέρ της επιβολής παρεκκλίσεων από την εφαρμογή του κεκτημένου σε έδαφος της ΕΕ, και αποστερώντας Ευρωπαίους πολίτες από τα βασικά δικαιώματά τους.

Επομένως, ο ρόλος της ΕΕ ως καταλύτης για επίλυση του Κυπριακού δεν αφορά μόνο την απόδοση κινήτρου στις πλευρές αλλά αφορά κυρίως την ουσία του ζητήματος και τη δυνατότητα της ΕΕ να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της ποιότητας του τελικού προϊόντος των διαπραγματεύσεων. Με αυτό δεν εννοώ ότι η ΕΕ θα μπορούσε ή ενδείκνυται να κινηθεί εκτός των πλαισίων που καθορίζει το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται στο πλαίσιο και υπό την αιγίδα των ΗΕ. Όμως η Κύπρος είναι πλέον έδαφος της ΕΕ και η όποια λύση επηρεάζει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ολόκληρη την ΕΕ και τα Κράτη Μέλη της.

Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να αποδεχθεί η Τουρκία η οποία δεν δέχεται την όποια εμπλοκή της ΕΕ στη διαδικασία με τη δικαιολογία ότι η Ένωση δεν μπορεί να είναι αντικειμενική από τη στιγμή που η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος της. Τα ίδια εξάλλου επανέλαβε και χθες ο κ. Ταλάτ από τις Βρυξέλλες αναφέροντας ότι οι Ε/Κ επηρεάζουν τις τοποθετήσεις της Ένωσης, αφού ΚΔ και Ελλάδα είναι μέλη της.

Σε ένα άλλο επίπεδο άμεσης εμπλοκής της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με πρωτοβουλία του ΠτΔ έχει ορίσει Ομάδα που παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, υπό την αιγίδα του ίδιου του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με τη συμμετοχή πολλών Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής. Στόχος είναι η άμεση ενημέρωση της Επιτροπής και του ίδιου του Προέδρου της για την πορεία των διαπραγματεύσεων, αλλά και η συμβολή και παροχή εμπειρογνωμοσύνης σε ζητήματα του κοινοτικού κεκτημένου, λαμβανομένης υπόψη της άρσης της αναστολής της εφαρμογής του κεκτημένου στα κατεχόμενα στη μετά λύση εποχή. Σημαντικό επίσης να υπογραμμιστεί ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής όρισε απεσταλμένο του για να παρακολουθεί στενά την πορεία των διαπραγματεύσεων, τον κ. Μάουρερ.

Η συμβολή της ΕΕ στην ποιότητα της λύσης είναι ήδη χειροπιαστή αφού Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα ξεκαθαρίσει δημόσια ότι δεν είναι δυνατός ο καθορισμός μόνιμων παρεκκλίσεων από την εφαρμογή του κεκτημένου ενώ έχουν επίσης απορριφθεί ευφάνταστες ιδέες περί νέας διαδικασίας ένταξης του νέου κράτους στην ΕΕ. Περιμένουμε όμως ακόμα περισσότερα από την ΕΕ και ιδιαίτερα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ό,τι αφορά τη διασφάλιση της λειτουργικότητας και βιωσιμότητας μιας μελλοντικής διευθέτησης.

Η ίδια η ΕΕ θα πρέπει να αντιληφθεί ότι έχει και η ίδια ανάγκη την εξεύρεση μιας λύσης που να είναι βιώσιμη και λειτουργική, και όχι κλείσιμο του Κυπριακού που να σπρώχνει το θέμα κάτω από το χαλί, διαφορετικά η εύρυθμη λειτουργία των Οργάνων της Ένωσης δεν μπορεί να διασφαλιστεί. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι και θα παραμείνει φυσικά πλήρες μέλος της Ένωσης και η όποια λύση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η επανενωμένη Κύπρος θα μπορεί να επιτελεί πλήρως τα καθήκοντά της ως Κράτος Μέλος και δεν θα παρακωλύει τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων εντός της Ένωσης ενδιαφέρει το σύνολο των εταίρων μας και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Η ΕΕ είναι πρωτίστως Ένωση αρχών και σεβασμού του κράτους δικαίου. Η λύση επομένως πρέπει να διασφαλίζει τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης στην ίδια τους την πατρίδα. Δεν είναι ικανοποιητικό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δηλώνει ότι η Κοινότητα είναι έτοιμη να δεχθεί οποιαδήποτε λύση συμφωνηθεί μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο νησί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να έχει άποψη με βάση της αρχές της ΕΕ, τις πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου και τις Συνθήκες των οποίων είναι θεματοφύλακας. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται ότι το περιεχόμενο της λύσης δεν θα αλλοιώνει τις αρχές στις οποίες εδράζεται η ΕΕ.

Η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ αντικειμενικά δύναται να καθησυχάσει τις ανησυχίες και των δύο πλευρών, και ιδιαίτερα της Τ/Κ πλευράς, η οποία πιθανόν να νοιώθει ότι, ως η μικρότερη κοινότητα χρειάζεται επιπλέον διασφαλίσεις σε σχέση με τη συμμετοχή της στη διακυβέρνηση. Παράλληλα, η ΕΕ μπορεί να δώσει λύση και στο ζήτημα των εγγυήσεων και στις ανησυχίες των Ε/Κ δεδομένης της επώδυνης εμπειρίας του 1974.

Η ΕΕ μπορεί με πολλούς τρόπους να συμβάλει ουσιαστικά στην επίλυση του Κυπριακού. Ας ελπίσουμε ότι όντως θα λειτουργήσει με αυτό τον τρόπο ως καταλύτης στην επίτευξη λύσης. Οι δυνατότητες για κάτι τέτοιο υπάρχουν και με αυτό δεν εννοώ την όποια εντυπωσιακή κίνηση για άμεση εξεύρεση λύσης, υπό τύπου “big bang”, αλλά τη δυνατότητα που μπορεί να προσφέρει για να γίνουν οι κατάλληλες ζυμώσεις οι οποίες με την πάροδο του χρόνου να διασφαλίσουν τη λειτουργικότητα και βιωσιμότητα μιας μελλοντικής διευθέτησης. Τώρα βρισκόμαστε σε στάδιο αναμονής και προβληματισμού για το εάν κάτι τέτοιο όντως θα συμβεί. Σε κάθε περίπτωση η δυνατότητα και προοπτική είναι εκεί.



Τελευταία Ενημέρωση στις: 25/04/2016 04:06:56 PM