Κυπριακή Δημοκρατία

Διεθνείς Οργανισμοί και το Κυπριακό Πρόβλημα


Το Κίνημα των Αδεσμεύτων και το Κυπριακό Πρόβλημα


Η Κύπρος έχει ιστορική σχέση με το Κίνημα των Αδεσμεύτων (ΚΑ). Το 1955, πριν ακόμα το νησί γίνει ανεξάρτητο, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο οποίος αργότερα εξελέγη πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρέστη στην πρώτη διάσκεψη στο Μπαντούγκ. Το 1961 η Κύπρος, που είχε στο μεταξύ γίνει ανεξάρτητο κράτος, ήταν ένα από τα 25 κράτη που συμμετείχαν στη Διάσκεψη του Βελιγραδίου, με την οποία εγκαθιδρύθηκε επίσημα το Κίνημα.


Μετά την πολιτική κρίση το Δεκέμβρη του 1963 και τις στρατιωτικές απειλές της Τουρκίας κατά της Κύπρου το 1964, η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας αναζήτησε υποστήριξη και δικαιοσύνη στη διεθνή κοινότητα. Το ζήτημα της Κύπρου εγέρθηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια του ΚΑ κατά τη δεύτερη διάσκεψη των Αρχηγών Κρατών των Αδεσμεύτων χωρών, που πραγματοποιήθηκε στο Κάιρο στις 5-10 Οκτωβρίου 1964. Αφού εξέτασε και συζήτησε την κατάσταση στην Κύπρο, το Κίνημα διατύπωσε στο τελικό του Ανακοινωθέν την ανησυχία του και κάλεσε όλα τα κράτη, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και ιδιαίτερα το Άρθρο 2, Παράγραφος 4, να σεβαστούν την κυριαρχία, ενότητα, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου και να απόσχουν από οποιαδήποτε απειλή ή χρήση βίας ή επέμβασης εναντίον της Κύπρου, καθώς και από οποιαδήποτε προσπάθεια να επιβάλουν στην Κύπρο άδικες λύσεις, απαράδεκτες για το λαό της. Η Τρίτη Διάσκεψη Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων που έγινε στη Λουσάκα τον Σεπτέμβριο 1970, επανατόνισε τις θέσεις του ΚΑ για την Κύπρο.

Μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή του 36.2% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1974, το ΚΑ παρέμεινε σταθερά στο πλευρό της Κύπρου. Η Υπουργική Συνάντηση του Συντονιστικού Γραφείου των Αδεσμεύτων Κρατών που έγινε στη Αβάνα τον Μάρτιο του 1975, σημείωσε ότι «οποιαδήποτε επίθεση εναντίον της αδέσμευτης Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά επίθεση εναντίον όλων των αδεσμεύτων κρατών και απειλή για την ανεξαρτησία τους».

Το Συντονιστικό Γραφείο απαίτησε την επείγουσα εφαρμογή του Ψηφίσματος 3212 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και των Ψηφισμάτων 365 και 367 «καλώντας όλες τις χώρες να σεβαστούν την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Κυπριακής Δημοκρατίας». Επέμεινε επίσης «στην ανάγκη για ταχεία αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από το νησί, την άμεση επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων και την επείγουσα επιστροφή όλων των προσφύγων στα σπίτια τους σε συνθήκες ασφάλειας». Η συνάντηση της Αβάνας εγκαθίδρυσε επίσης Ομάδα Επαφής των Αδεσμεύτων για την Κύπρο, με εντολή να βρίσκεται στη διάθεση όλων των εμπλεκομένων μερών, να παρακολουθεί την κατάσταση έτσι ώστε να διευκολύνει την αναζήτηση λύσης, να αναλάβει κατάλληλη δράση και να υποστηρίξει έμπρακτα τις προσπάθειες του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και τις διακοινοτικές συνομιλίες. Την Ομάδα Επαφής αποτελούσαν αρχικά πέντε μέλη, η Αλγερία, η Γουϊάνα, η Ινδία, το Μάλι και Γιουγκοσλαβία και στη συνέχεια διευρύνθηκε για να περιλάβει την Κούβα, τη Ζιμπάπουε και την Ινδονησία.

Τα μέλη του ΚΑ, η μεγαλύτερη ομάδα στα Ηνωμένα Έθνη που επεδίωκε σθεναρά την εφαρμογή του κράτους δικαίου στις διεθνείς σχέσεις, ήταν φυσικοί υποστηρικτές της εφαρμογής των Ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών στην περίπτωση της Κύπρου. Οι αναφορές στην Κύπρο στις αποφάσεις και όλα τα Ανακοινωθέντα των Διασκέψεων του ΚΑ, ζητούσαν λύση του Κυπριακού προβλήματος σύμφωνα με τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Το απόσπασμα για την Κύπρο στο Ανακοινωθέν της Έκτης Διάσκεψης των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων των Αδεσμεύτων Χωρών που έγινε στην Αβάνα στις 3-9 Δεκεμβρίου 1979, σημείωνε μεταξύ άλλων:

Η Διάσκεψη επαναβεβαίωσε το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και του λαού της για πλήρη και αποτελεσματική κυριαρχία και έλεγχο στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου καθώς και των φυσικών και άλλων πόρων της. Κάλεσε δε όλα τα κράτη να στηρίξουν και βοηθήσουν την Κυπριακή Κυβέρνηση στην άσκηση των πιο πάνω δικαιωμάτων.

Επανέλαβε επίσης υποστήριξή στα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο. Σημείωσε δε ότι η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και το Συμβούλιο Ασφάλειας θα πρέπει να εξετάσουν τη λήψη όλων των κατάλληλων και πρακτικών μέτρων που προνοεί ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, ώστε να διασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή των ψηφισμάτων τους για την Κύπρο.

Η υποστήριξη και αλληλεγγύη του Κινήματος προς την Κύπρο υπήρξε σταθερή. Στο τελικό έγγραφο της ενδέκατης υπουργικής Διάσκεψης στο Κάιρο μεταξύ 31 Μαΐου – 2 Ιουνίου 1994, το απόσπασμα για την Κύπρο σημείωνε ότι οι Υπουργοί εξέφρασαν τη λύπη τους για το γεγονός ότι σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών που μόλις είχε εκδοθεί, η πρόσφατη πρωτοβουλία για την εφαρμογή δέσμης μέτρων εμπιστοσύνης είχε αποτύχει λόγω έλλειψης της απαραίτητης πολιτικής βούλησης από την τουρκική πλευρά.

Ευθύνη στην τουρκοκυπριακή πλευρά επέρριπτε το ΚΑ στο τελικό Ανακοινωθέν της Ενδέκατης Διάσκεψης Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων των Αδεσμεύτων Χωρών στην Καρθαγένη της Κολομβίας (18-20 Σεπτεμβρίου 1995), στη Δωδέκατη Διάσκεψη του Κινήματος στο Νέο Δελχί (7-8 Απριλίου 1997), και στη Συνάντηση των Υπουργών Εξωτερικών και των Επικεφαλής των Αντιπροσωπειών των Αδεσμεύτων Χωρών στην Πεντηκοστή Δεύτερη σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (25 Σεπτεμβρίου 1997). Στην Υπουργική Διάσκεψη του ΚΑ στην Καρθαγένη (7-9 Απριλίου 2000) το Ανακοινωθέν σημείωνε:

Το Κίνημα θεωρεί απαράδεκτο το παρόν στατους κβο στην Κύπρο, που δημιουργήθηκε με τη δύναμη των όπλων και διατηρείται με τη στρατιωτική ισχύ και ανησυχεί σοβαρά για την έλλειψη προόδου στην αναζήτηση δίκαιης και μόνιμης λύσης σ’ αυτό το μακροχρόνιο πρόβλημα, η οποία οφείλεται πρωταρχικά στην τουρκική αδιαλλαξία. Πρέπει να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες για την εξεύρεση δίκαιης και μόνιμης λύσης στο Κυπριακό πρόβλημα, που να είναι βασισμένη στην εφαρμογή όλων των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και των αποφάσεων του ΚΑ για την Κύπρο, σύμφωνα με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και το διεθνές δίκαιο. Το Κίνημα θεωρεί απαράδεκτη οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής της βάσης του διακοινοτικού διαλόγου που διεξάγεται σύμφωνα με τους όρους εντολής του Γενικού Γραμματέα.

Tέλος, όπως και τα προηγούμενα Ανακοινωθέντα για το Κυπριακό πρόβλημα, το τελικό Ανακοινωθέν της Δέκατης Τρίτης Διάσκεψης Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων του Κινήματος των Αδεσμεύτων που έγινε στις 24-25 Φεβρουαρίου 2003 στην Κουάλα Λουμπούρ της Μαλαισίας, αναφέρει τα ακόλουθα:

«Οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων επαναβεβαίωσαν όλες τις προηγούμενες θέσεις και διακηρύξεις του ΚΑ στο ζήτημα της Κύπρου. Το Κίνημα θεωρεί το παρόν στάτους κβο στην Κύπρο που δημιουργήθηκε με τη δύναμη των όπλων και διατηρείται με τη στρατιωτική ισχύ ως απαράδεκτο, ανησυχεί δε σοβαρά για την έλλειψη προόδου στην αναζήτηση δίκαιης και βιώσιμης λύσης σε αυτό το μακροχρόνιο πρόβλημα, που οφείλεται πρωταρχικά στην τουρκική αδιαλλαξία. Το Κίνημα σημείωσε τις συνεχιζόμενες προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών για την εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού προβλήματος μέσω του διακοινοτικού διαλόγου και επαναβεβαίωσε τη θέση ότι η λύση που θα συμφωνηθεί πρέπει να βασίζεται στην εφαρμογή όλων των Ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και των αποφάσεων του ΚΑ για την Κύπρο, σύμφωνα με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και το διεθνές δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, το Κίνημα μελέτησε τη δήλωση του Προέδρου του Συμβουλίου Ασφαλείας της 19ης Δεκεμβρίου 2002, που εξέφραζε λύπη για το ότι η τουρκοκυπριακή ηγεσία δεν είχε ανταποκριθεί έγκαιρα στις πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα. Το Κίνημα σημείωσε επίσης ότι η στάση της τουρκοκυπριακής ηγεσίας βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με τη θέληση των ίδιων των Τουρκοκυπρίων και καλωσόρισε την πρόσφατη κινητοποίηση της τουρκοκυπριακής κοινωνίας των πολιτών υπέρ της λύσης. Το Κίνημα παρότρυνε και τις δύο πλευρές να συνεχίσουν να διαπραγματεύονται στο προσεχές διάστημα με θετικό και εποικοδομητικό πνεύμα, ώστε να επιτευχθεί συνολική συμφωνία το συντομότερο».

Με την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Μάιο του 2004, η Κύπρος έπαυσε να είναι μέλος του Κινήματος των Αδεσμεύτων. Ως μέλος της ΕΕ και από τους ιδρυτές και πρωταγωνιστές στην ιστορία του Κινήματος των Αδεσμεύτων, η Κύπρος ελπίζει να καταστεί γέφυρα κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και του ΚΑ.

Οκτώβριος 2006



Τελευταία Ενημέρωση στις: 21/04/2016 12:59:40 PM