Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στις Βρυξέλλες


Κυπριακό Πρόβλημα

Τον Ιούλιο του 1974, με πρόφαση το στρατιωτικό πραξικόπημα κατά του Προέδρου Μακαρίου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο κατά παράβαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και όλων των αρχών που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις. Ως αποτέλεσμα καταλήφθηκε και βρίσκεται υπό κατοχή το 36,7% του νησιού. 162.000 Ελληνοκύπριοι οι οποίοι εκδιώχθηκαν βίαια από την περιοχή αυτή, έγιναν πρόσφυγες στον ίδιο τους τον τόπο και στερούνται μέχρι σήμερα του δικαιώματος να επιστρέψουν στα σπίτια και τις περιουσίες τους. Επιπλέον, 1479 Ελληνοκύπριοι είναι ακόμα αγνοούμενοι. Το πλήγμα ήταν βαρύ. Βυζαντινές εκκλησίες, μνημεία και αρχαιότητες καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν και πολλά αντικείμενα μεταφέρθηκαν λαθραία στο εξωτερικό. Δυστυχώς, η πολιτιστική κληρονομιά του νησιού που χρονολογείται στην έβδομη χιλιετία π. Χ. και αποτελεί μέρος της παγκόσμιας κληρονομιάς, εξακολουθεί και σήμερα να καταστρέφεται συστηματικά και εσκεμμένα στις κατεχόμενες περιοχές.

Επιπλέον, 160.000 (2005) έποικοι από την Τουρκία έχουν μεταφερθεί και εγκατασταθεί παράνομα στις κατεχόμενες περιοχές και σε αυτούς παραχωρούνται περιουσίες που αρπάχτηκαν από τους εκδιωχθέντες Ελληνοκυπρίους. Ταυτόχρονα μεγάλοι αριθμοί Τουρκοκυπρίων φεύγουν από το νησί, με αποτέλεσμα τη σημαντική συρρίκνωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας στα κατεχόμενα. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ισχυρή στρατιωτική δύναμη στα κατεχόμενα (υπολογίζεται σε 50.000 στρατεύματα) και την προσπάθεια αλλαγής των τοπωνυμίων των χωριών και πόλεων σε τουρκικά, αποτελούν σαφή ένδειξη της πρόθεσης της Τουρκίας να μετατρέψει την κατεχόμενη Κύπρο σε τουρκική επαρχία.

Μια σειρά αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και του Συμβουλίου Ασφαλείας καταδίκασαν την εισβολή και κατοχή της Κύπρου, απαίτησαν την ασφαλή επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους και τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων και ζήτησαν σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ένοχη την Τουρκία για κατάφωρες παραβιάσεις στην Κύπρο κατά και μετά την εισβολή.

Το Νοέμβριο του 1983 η Τουρκία υποκίνησε την τουρκοκυπριακή ηγεσία να διακηρύξει «ανεξάρτητο κράτος» στην κατεχόμενη Κύπρο. Με βάση τα ψηφίσματα 541 του 1983 και 550 του 1984 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η διεθνής κοινότητα καταδίκασε αυτή τη μονομερή απόφαση της τουρκικής πλευράς, την κήρυξε παράνομη και άκυρη, και ζήτησε την άμεση ανάκληση της διακήρυξης. Η βούληση της διεθνούς κοινότητας αγνοήθηκε από την Τουρκία, αλλά καμία άλλη χώρα δεν έχει αναγνωρίσει το παράνομο καθεστώς.

Οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του κυπριακού συνεχίζονται κατά περιόδους από το 1975 αλλά η τουρκική αδιαλλαξία παρεμποδίζει την πρόοδο. Το Δεκέμβριο του 1999 τα Η.Ε. άρχισαν μια ακόμα προσπάθεια εξεύρεσης λύσης στο Κυπριακό με την διαδικασία εκ του σύνεγγυς συνομιλιών λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά ψηφίσματα και συμφωνίες. Με διακοπή πλέον του ενός έτους, οι συνομιλίες επανάρχισαν στις 16 Ιανουαρίου 2002 μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Γλαύκου Κληρίδη και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς.

Σε μια προσπάθεια επίτευξης προόδου ο Γενικός Γραμματέας παρουσίασε στις 11 Νοεμβρίου λεπτομερές σχέδιο για συνολική διευθέτηση. Το Σχέδιο αναθεωρήθηκε και υποβλήθηκε ξανά σε άλλες δύο μορφές στις 10 Δεκεμβρίου 2002 και στις 26 Φεβρουαρίου 2003. Οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων κλήθηκαν να συναντήσουν τον Γενικό Γραμματέα των Η.Ε. στη Χάγη στις 10 Μαρτίου 2003 για συνομιλίες και για συμφωνία ώστε να υποβληθεί το σχέδιο σε χωριστά δημοψηφίσματα. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, ωστόσο, με την υποστήριξη για μια ακόμα φορά της Τουρκίας, απέρριψε ευθέως το σχέδιο, οδηγώντας τις συνομιλίες σε κατάρρευση.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών ζήτησε επανάληψη των συνομιλιών στη Νέα Υόρκη, όπου στις 13 Φεβρουαρίου συμφωνήθηκε ότι οι δύο πλευρές θα αρχίσουν διαπραγματεύσεις καλή τη πίστη στη βάση του Σχεδίου του Γενικού Γραμματέα, επιζητώντας αλλαγές μέσα στις παραμέτρους του Σχεδίου.

Στις 24 Απριλίου 2004, ο λαός της Κύπρου κλήθηκε να εγκρίνει ή να απορρίψει, μέσω χωριστών ταυτόχρονων δημοψηφισμάτων των δύο κοινοτήτων την αναθεωρημένη πρόταση του Γενικού Γραμματέα των Η.Ε. για συνολική διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος. Με τη ψήφο τους το 64,9% των Τουρκοκυπρίων ενέκρινε το Σχέδιο αλλά μια καθαρή πλειοψηφία 75,8% των Ελληνοκυπρίων το απέρριψε. Οι Ελληνοκύπριοι διαπίστωσαν ότι το κείμενο του Σχεδίου όπως ολοκληρώθηκε δεν ήταν ισορροπημένο και δεν έλαβε υπόψη τις ανησυχίες τους στο θέμα της ασφάλειας, λειτουργικότητας και βιωσιμότητας της λύσης.

Με τη ψήφο τους, οι Ελληνοκύπριοι δεν απέρριψαν τη λύση του Κυπριακού, που παραμένει πρώτιστος στόχος τους. Απέρριψαν μόνο το σχέδιο Ανάν 5, το οποίο προτάθηκε. Οι ανησυχίες τους εστιάζονται σε σοβαρά θέματα που αφορούν ελλείψεις του σχεδίου και περιλαμβάνουν:

  • Την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο και τον περιορισμό του δικαιώματος ξένων δυνάμεων να επεμβαίνουν μονομερώς στην Κύπρο.
  • Την ύπαρξη επαρκών εγγυήσεων που διασφαλίζουν ότι οι υποχρεώσεις που ανέλαβαν τα εμπλεκόμενα μέρη θα εκπληρωθούν.
  • Ένα μηχανισμό αποζημιώσεων για τις περιουσίες, που να αναγνωρίζει τα δικαιώματα των εκτοπισμένων δια της βίας το 1974 Ελληνοκυπρίων και μια συμφωνία που δεν απαιτεί να αποζημιώσουν οι ίδιοι την αποκατάστασή τους.
  • Το δικαίωμα όλων των Κυπρίων να αποκτήσουν περιουσία και να ζήσουν όπου θέλουν χωρίς περιοριστικά ποσοστά.
  • Μία λειτουργική κυβέρνηση χωρίς αδιέξοδα στη λειτουργία της και περιορισμούς στη ψηφοφορία με βάση την εθνική καταγωγή.

Την 1η Μαΐου 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ε.Ε., ολοκληρώνοντας ένα μακρύ ταξίδι που κράτησε τρεις δεκαετίες. Ο Πρόεδρος της Κύπρου, κ. Τάσσος Παπαδόπουλος, μαζί με τους άλλους ηγέτες της Ε.Ε. υπέγραψε στη Ρώμη, στις 29 Οκτωβρίου το Σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης της Ευρώπης.

Η Κυβέρνηση της Κύπρου δεσμεύεται να αναζητήσει λύση του Κυπριακού προβλήματος που θα επιτρέπει από κοινού στους Ελληνοκυπρίους και στους Τουρκοκυπρίους να απολαύσουν τα αγαθά και τα πλεονεκτήματα από την ένταξη στην Ε.Ε. Μια λύση θα πρέπει να επιτρέπει στην Κύπρο να λειτουργεί αποτελεσματικά στην Ε.Ε., να διασφαλίζει το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών ελευθεριών όλων των Κυπρίων και ένα μέλλον για όλους τους κατοίκους, με ειρήνη, ευημερία και ασφάλεια.

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η κυβέρνηση εργάζεται συστηματικά ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ουσιαστικές και εποικοδομητικές συνομιλίες που με τη σειρά τους θα οδηγήσουν σε συμφωνημένη λύση στο νέο πλαίσιο που δημιούργησε η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.



Παρακαλώ κάντε κλικ εδώ για να εκτυπώσετε το έγγραφο.
Εκτύπωση